Τι γιορτάζομε στην Μεταμόρφωση του Χριστού

του θεολόγου Νικολάου Χ. Χριστοδουλάκη

Η Μεταμόρφωση του Χριστού μας γίνεται σαράντα ημέρες πριν τη Σταύρωση Του- όπως μας λένε οι Πατέρες – μπροστά στους τρεις μαθητές Πέτρο, Ιάκωβο και Ιωάννη στο όρος Θαβώρ, όπου και εμφανίζονται ο Μωυσής και ο Ηλίας «μετ’ αυτού συλλαλούντες», όπως μας αναφέρει ο Ευαγγελιστής Ματθαίος στο 17ο κεφάλαιο του Ευαγγελίου του και συγκεκριμένα στον 3ο στίχο.

«Και έλαμψε το πρόσωπον αυτού ως ο ήλιος, τα δε ιμάτια αυτού εγένετο λευκά ως το φως»(Ματ. 17,2) για να καταλάβουν οι τρεις μαθητές που αναφέραμε, ότι είναι Αληθινός Θεός και γι’ αυτό δεν πρέπει να κλονιστεί η πίστη τους βλέποντας τον σε λίγες μέρες να σταυρώνεται και να ενταφιάζεται σαν ένας κοινός θνητός.

Επίσης για να δείξει, ότι όσοι θέλουν να τον ακολουθήσουν, πρέπει να σηκώσουν τον Σταυρό Του, όπως και η λάμψη του ήταν προμήνυμα της Δευτέρας Παρουσίας Του, που θα αξιωθούν οι δίκαιοι στην αιώνια Βασιλεία Του.

Γιατί Μεταμορφώθηκε στο όρος Θαβώρ; Γιατί και ο Δαβίδ το αναφέρει «Θαβώρ και Ερμών εν τω ονόματι σου αγαλλιάσονται» και γιατί Θαβώρ ερμηνεύεται «έλευση Φωτός».

Γιατί πήρε τους τρεις Αποστόλους που αναφέραμε;

Γιατί ήσαν οι θερμότεροι των άλλων και γιατί εκπροσωπούσαν τις τρεις θεολογικές αρετές, την πίστη, την ελπίδα και την αγάπη.

Να θυμήσομε ακόμη, ότι αυτούς πάλι ο Κύριος μας παρέλαβε, όταν πήγε να προσευχηθεί στον κήπο της Γεθσημανή.

Ακούγεται η φωνή του ουράνιου Πατέρα να λέγει «Ούτος εστίν ο υιός μου ο αγαπητός, εν ω ευδόκησα αυτού ακούεται» (Ματθ. 17,5), μέσα σε μια νεφέλη, που συμβολίζει την παρουσία του Αγίου Πνεύματος, ενώ ο Θεόπτης Μωυσής εκπροσωπεί τον Νόμο και τον Άδη, δηλαδή τον κόσμο των κεκοιμημένων, ο Προφήτης Ηλίας εκπροσωπεί τους προφήτες, αλλά και την αιωνιότητα, αφού δεν γνώρισε σωματικό θάνατό και οι μαθητές τους ανθρώπους  του κόσμου τούτου.

Έτσι ο Χριστός είναι βασιλιάς του Ουρανού, της γης και του Άδη, όπως χαρακτηριστικά μας αναφέρει ο Απ. Παύλος στην προς Φιλιππισίους επιστολή του, (Κεφ.2ον στίχο 10)»ότι εν τω ονόματι Ιησού παν γόνυ κάμψη επουρανίων και επιγείων και καταχθονίων».

Η μεγάλη αυτή Δεσποτική γιορτή μετεφέρθη στις 6 Αυγούστου, δηλαδή σαράντα ημέρες πριν την γιορτή της Υψώσεως του Σταυρού στις 14 Σεπτεμβρίου, γιατί δεν ήταν δυνατόν να γιορτάζεται μέσα στο κλίμα της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής.