Νικηφόρος Β.΄ Συντζανάκης

Ο αγωνιστής Μητροπολίτης της Ιστορικής Μητρόπολης Κυδωνίας και Αποκορώνου

του Νικολάου Χ. Χριστοδουλάκη, Θεολόγου, συγγραφέα, ερευνητή

Πρόλογος

Αποφασίσαμε να αφιερώσομε αυτή τη μελέτη μας στον αγωνιστή ιεράρχη Νικηφόρο Β.΄, γιατί υπήρξε ένα πρότυπο ιερωμένου, που σήμερα η εποχή μας το έχει μεγάλη ανάγκη.

Όλη του η ζωή υπήρξε ένας μεγάλος αγώνας επιβίωσης και καταξίωσης μέσα σε συνθήκες δύσκολες, αξεπέραστες για πολλούς, όχι όμως για τον Νικηφόρο, που ήξερε να παλεύει, να αντιστέκεται και στο τέλος να νικά.

Και κάτι πολύ σπουδαίο για τον μακαριστό ιεράρχη, δεν ξέχασε ποτέ από πού ξεκίνησε, πολλές φορές στάθηκε υποστηρικτής και αρωγός του τόπου καταγωγής του και ευεργέτης της επαρχίας του.

Έφυγε από τούτο τον κόσμο πικραμένος και αδικημένος, όχι μόνο από την κοσμική εξουσία της εποχής του, αλλά δυστυχώς κι από αδελφούς συνεπισκόπους του. Για όλους αυτούς τους λόγους κρίναμε σκόπιμο να γράψομε λίγες γραμμές ως αιώνιο μνημόσυνο στο πρόσωπο και την προσφορά του.

Κεφάλαιο Α ΄

Η ζωή και η δράση του μέχρι την εκλογή του ως επισκόπου Κυδωνίας και Αποκορώνου

Γεννήθηκε το 1894 στην Κάϊνα Αποκορώνου από πολύτεκνη και φτωχή οικογένεια και συγκεκριμένα από τον Χαράλαμπο και την Κρυσταλένια Συντζανάκη το γένος Ρουμπεδάκη.

Χαρακτηριστικό, ότι η οικογένεια του έδωσε 12 κληρικούς στην εκκλησία.

Τα εγκύκλια γράμματα τα διδάχτηκε στη γενέτειρα του και κατόπιν στο τότε ημιγυμνάσιο Βάμου τελείωσε τις τρεις πρώτες τάξεις και συνέχισε τις σπουδές του στο Γυμνάσιο Χανίων.

Μιλάμε για μια εποχή, που για να τελειώσει κανείς το εξατάξιο Γυμνάσιο, δεν ήταν καθόλου εύκολη υπόθεση.

Το 1914 διέκοψε τις σπουδές του για να υπηρετήσει πέντε ολόκληρα χρόνια στον Ελληνικό Στρατό, όπου και πολέμησε σε μάχες του Α.΄Παγκοσμίου Πολέμου.

Με το που απολύεται από τον Ελληνικό Στρατό το 1919, παίρνει τη μεγάλη απόφαση να γίνει έγγαμος κληρικός.

Αυτή την επιθυμία του ενίσχυσε και η γνωριμία του με τον αοίδιμο Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ιωακείμ τον Γ.΄.

Παντρεύεται την Ευαγγελία Γεωργαλάκη, κατόπιν χειροτονείται διάκονος και στη συνέχεια πρεσβύτερος από τον γέροντα του αοίδιμο επίσκοπο Κυδωνίας και Αποκορώνου Αγαθάγγελο Νινολάκη. Ως ιερέας τοποθετείται στην ενορία των Στερνών Ακρωτηρίου και στο Νιό-Χωριό Αποκορώνου.

Στη συνέχεια τοποθετήτε ως εφημέριος στους ιερούς ναούς του Αγίου Νικολάου και των Αγίων Αναργύρων στην πόλη των Χανίων, όπου και τελειώνει τις Γυμνασιακές του σπουδές.

Ο πατέρας Νικηφόρος όμως είχε βάλει στόχο ανώτερες θεολογικές σπουδές και το 1929 με την ευλογία του επισκόπου Αγαθάγγελου εγγράφεται στη θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Τοποθετείται ως εφημέριος στην ενορία Ευαγγελιστρίας Περιστερίου και Κοιμήσεως της Θεοτόκου Κυνοσάργους, όπου άφησε εποχή η ποιμαντορία του ως πνευματικός και κοινωνικός εργάτης, σε μια εποχή φτώχειας και οικονομικής κρίσης.

Το 1932 όμως αιφνιδίως μετέστη στην αιωνιότητα η αγαπημένη του πρεσβυτέρα Ευαγγελία, ενώ το 1935 μέσα από πολλές δυσκολίες παίρνει το πτυχίο του και προχειρίζεται Αρχιμανδρίτης από τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Αλείας και Ωλένης, Αντώνιο. (1)

(1). Μητροπολίτης Ηλείας και Ωλένης από το 1922 μέχρι και το 1945, οπότε και επαύθη λόγω της αναμίξεως του στην Αντίσταση το 1941-1944 με το Ε.Α.Μ. Απεκατεστάθη με τον τίτλο του πρώην Ηλείας και Ωλένης το 1958.

Το ίδιο έτος χηρεύει η επισκοπή Κυδωνίας και Αποκορώνου με την αιφνίδια μετάσταση του επισκόπου Αγαθαγγέλου και το 1936 είναι υποψήφιος για την επισκοπή της καταγωγής του σε ηλικία 42 ετών.

Τελικά εξελέγη ο Αρχιεπίσκοπος Αγαθάγγελος Ξηρουχάκης, εξέχων θεολόγος και ιστορικός, που τον αξιοποιεί ως πρωτοσύγκελο και ιεροκήρυκα στον καθεδρικό ναό των Εισοδίων της Θεοτόκου.

Το 1958 διορίζεται στην τότε Μέση Εκπαίδευση ως καθηγητής θεολόγος και διδάσκει στα Γυμνάσια Ρεθύμνου, Χανίων και Βάμου.

Κατά την διάρκεια της υπηρεσίας του στο Γυμνάσιο Βάμου ο επίσκοπος Αγαθάγγελος τον διορίζει ως εφημέριο στην γειτονική κωμόπολη των Καλυβών, όπου υπηρέτησε επτά ολόκληρα χρόνια, προσφέροντας ανεκτίμητες υπηρεσίες στους ενορίτες του και στηρίζοντας τους στα δύσκολα χρόνια της Γερμανικής κατοχής.

Ενωτικός όπου χρειαζόταν, μαζί στις χαρές και στις λύπες, βοηθεί τους ενδεείς, τους εμπερίστατους ενορίτες του, αποδεικνύοντας στην πράξη, ότι οι ορθόδοξοι ιερείς βγαίνουν πάντα μέσα από τα σπλάχνα του λαού μας.

Μαζί με τα ιερατικά του καθήκοντα και την καθηγητική του ιδιότητα, οργανώνεται και στην Εθνική Αντίσταση, προσφέροντας ανεκτίμητες υπηρεσίες και αποδεικνύοντας για μια ακόμη φορά, ότι οι λειτουργοί της ορθόδοξης Εκκλησίας είναι και άδολοι πατριώτες.

Σε προσωπικότητες ως τον μακαριστό Νικηφόρο, οφείλομε τη μέγιστη ευεργεσία, ότι στον αδελφοκτόνο εμφύλιο του 1944-1949, εδώ στην Κρήτη δεν είχαμε τις τραγωδίες, που ζήσαμε στην υπόλοιπη Ελλάδα.

Είναι χαρακτηριστικό, ότι ο γιατρός Ιωάννης Ν. Παϊζης (2) στο βιβλίο του «Η Μάχη της Κρήτης, τα μετά την Μάχην, η αντίστασις», στην σελ. 192 αναφέρει στο Πρακτικό καταρτισμού απελευθερωτικής επιτροπής του χωριού Κάϊνας Αποκορώνου τον Αρχιμανδρίτη Νικηφόρο Συντζανάκη.

(2) πρόκειται για μια μεγάλη μορφή της Εθνικής Αντίστασης 1941-1944 εδώ στην Κρήτη και ιδιαιτέρως στο νομό Χανίων.

Μια άλλη δραστηριότητα του, που ανέδειξε τα διοικητικά και οργανωτικά του χαρίσματα, είναι η ανέγερση του ιστορικού ναού της αγίας Παρασκευής Καλυβών Αποκορώνου.

Ο προηγούμενος ναός ήταν μικρός για τις λειτουργικές και ποιμαντικές ανάγκες της αναπτυσσόμενης κωμοπόλεως, γι αυτό τον λόγω ο δραστήριος Αρχιμανδρίτης Νικηφόρος ανέλαβε υπηρεσία.

Μαζί με το Εκκλησιαστικό του Συμβούλιο αρχίζει την ανέγερση του ναού και μέσα σε λίγο χρονικό διάστημα κατορθώνει και τον τελειώνει. Ξεπέρασε δυσκολίες, εμπόδια, οικονομικά προβλήματα, γιατί εκτός από την μεγάλη υπομονή και επιμονή του, είχε μια αξεπέραστη πίστη στον Τριαδικό Θεό και την Εκκλησία Του.

Ότι αναλαμβάνει, όχι απλώς το φέρνει σε αίσιο τέλος, αλλά το πέρασμα και η δραστηριότητά του εμπνέουν και παραδειγματίζουν.

Ο επίσκοπος Αγαθάγγελος εκτιμά τα προσόντα και την εργατικότητα του και του αναθέτει άλλο ένα μεγάλο διακόνημα.

Τον τοποθετεί επικεφαλής του αντιβλασφημικού αγώνα στην επαρχία Αποκορώνου.

Για τα δεδομένα της εποχής το κηρυκτικό και το κατηχητικό έργο τέτοιων φωτισμένων ιερωμένων είναι ανεκτίμητης προσφοράς και σημασίας.

Θα τολμούσαμε να πούμε, ότι σήμερα δεν έχομε προχωρήσει όσο θα έπρεπε σε τέτοιες δραστηριότητες και πρωτοβουλίες. Ενώ έχομε πολλούς μορφωμένους κληρικούς θεολόγους και τεράστια ανάπτυξη της τεχνολογίας και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης.

Μια άλλη ιδιότητα του μακαριστού ιεράρχη, που πρέπει να σταθούμε, είναι η διακονία του ως θεολόγου καθηγητού στην Δευτεροβάθμια, τότε Μέση Εκπαίδευση.

Από όποια σχολεία πέρασε, άφησε το στίγμα και την σφραγίδα της παιδαγωγικής του ιδιαιτερότητας και διακονίας στον μαθητή και την μαθήτρια της εποχής του.

Το Α.΄ Γυμνάσιο θηλέων Χανίων και η Εμπορική Σχολή, που πέρασε ως καθηγητής τους, σεμνύνονται και υπερηφανεύονται για τον πατέρα-παιδαγωγό Νικηφόρο.

Απλός, ταπεινός, με σύγχρονες αντιλήψεις και θέσεις στήριξε μαθητές και μαθήτριες, ενέπνευσε και έγινε καθημερινό παράδειγμα προς μίμηση για εκατοντάδες παιδιά, που διψούσαν για αλήθεια, συνέπεια και πρότυπα ζωής.

Μέχρι λοιπόν την εκλογή του σε επίσκοπο ο Νικηφόρος είχε μια ζωή γεμάτη δραστηριότητες, αγώνες, εργατικότητα και κυρίως προσφορά άδολη και διακονική στην εκκλησία του Χριστού, που τόσο αγάπησε και υπηρέτησε.

Το 1957 ήταν για δεύτερη φορά υποψήφιος για την επισκοπή Κισσάμου και Σελίνου. Η Ιερά Επαρχιακή Σύνοδος της Εκκλησίας της Κρήτης με μυστική ψηφοφορία εψήφισε τους αρχιμανδρίτες Φιλόθεο Βουζουνεράκη με ψήφους 6, τον Ειρηναίο Γαλανάκη με ψήφους 6 και τον Νικηφόρο Συντζανάκη με ψήφους 4.

Η απόφαση αυτή υπεβλήθη στον Βασιλέα Παύλο, δια του υπυργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, όπου και εξελέγη ο Ειρηναίος Γαλανάκης.

Έτσι προέβλεπε τότε ο Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας Κρήτης και οι νόμοι της Ελληνικής Πολιτείας.

Εν τω μεταξύ στην Ιεραρχία της Εκκλησίας της Κρήτης είχε προκύψει ένα μεγάλο ζήτημα σχετικά με την ανύψωση των επισκοπών σε μητροπόλεις και του μητροπολίτη σε Αρχιεπίσκοπο, γι αυτό και επισκέφτηκαν το Φανάρι στις 21/02/1953 οι επίσκοποι Κυδωνίας και Αποκορώνου Αγαθάγγελος και Λάμπης και Σφακίων Ευμένιος για να συζήσουν και να υπεραμυνθούν του αιτήματος τους.

Αντιδρούσε η τότε Ελληνική Πολιτεία με το επιχείρημα, ότι δεν είναι και πολύ σωστό να υπάρχουν δύο Αρχιεπίσκοποι, ένας στην Αθήνα κι άλλος ένας στο Ηράκλειο, εντός των ορίων του Ελληνικού Κράτους.

Αντιδρούσε ο τότε μητροπολίτης της Εκκλησίας της Κρήτης κυρός Ευγένιος Α.΄ στην ανύψωση των επισκοπών σε μητροπόλεις, γιατί θεωρούσε, ότι υπεβιβάζετο ο μητροπολίτης, αν δεν αναγνωριζόταν συγχρόνως ως αρχιεπίσκοπος.

Η αλήθεια είναι, ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο-αν και όχι συγχρόνως, πρώτα ανύψωσε τις επισκοπές σε μητροπόλεις και μετά πέντε έτη τον μητροπολίτη σε Αρχιεπίσκοπο-και η Ελληνική Πολιτεία είδαν το δίκαιο του αιτήματος και το έλυσαν.

Συγκεκριμένα με την πράξη της 25ης Σεπτεμβρίου 1962 το Οικουμενικό Πατριαρχείο αναβίβασε τις επισκοπές σε μητροπόλεις και με τον «Πατριαρχικό τόμο» 283 της 28ης Φεβρουαρίου 1967 την Μητρόπολη Κρήτης σε Αρχιεπισκοπή.

Κι ερχόμαστε τώρα στην Τρίτη υποψηφιότητά του για την ιστορική επισκοπή Κυδωνίας και Αποκορώνου, που από το 1935 την υπηρέτησε ως Αρχιμανδρίτης-θεολόγος από όποια θέση και διακονία του ανετέθη.

Στις 24 Φεβρουαρίου 1958  εκοιμήθη ο παλιός και εξέχων επίσκοπος Αγαθάγγελος Ξηρουχάκης, οπότε η Ιερά επισκοπή Κυδωνίας και Αποκορώνου «ζητεί» τον νέο ποιμένα, που θα συνεχίσει ένα έργο σπουδαίο και αξιοζήλευτο.

Η Ιερά Επαρχιακή Σύνοδος της Εκκλησίας της Κρήτης συγκροτεί το τριπρόσωπο από τους Αρχιμανδρίτες Αρκάδιο Αρκαδίου, Άνθιμο Βαρδάκη και Νικηφόρο Συντζανάκη.

Τελικά εκλέγεται ο Νικηφόρος την Μάρτιο του 1959 και στις 29 του ίδιου μήνα χειροτονείται στον Άγιο Μηνά Ηρακλείου.

Χαρακτηριστικό και λίαν ενδιαφέρον, ότι ο τότε Μητροπολίτης Κρήτης Ευγένιος Α.΄, όχι μόνο δεν τον εψήφισε, αλλά του έδειξε και τα «φιλικά»  του αισθήματα κατά την υποδοχή του ως εψηφισμένου επισκόπου.

Αυτή την πληροφορία μας την δίνει ο κυρός Νεκτάριος μητροπολίτης Πέτρας και Χερρονήσου για τον μακαριστό Ευγένιο Α΄ σε βιβλίο που έγραψε αρκετά χρόνια αργότερα. (3)

Να σημειώσομε, ότι ο μακαριστός Νεκτάριος ήταν πνευματικό ανάστημα του Ευγενίου Α΄ και πρωτοσύγκελος του στην Ιερά Αρχιεπισκοπή μέχρι την κοίμηση του το 1978, οπότε και συνέχισε ως πρωτοσύγκελος και με τον κυρό Τιμόθεο ως Αρχιεπίσκοπος μέχρι το 1990, οπότε και εξελέγη μητροπολίτης.

(3). Βλέπε Μητροπολίτου Πέτρας και Χερονήσου Νεκταρίου «Ο Αρχιεπίσκος Ευγένιος Α΄και η Εκκλησία της Κρήτης» σελ. 201-202, Β έκδοση Νεάπολις 2004.

Κεφάλαιο Β ΄

Η δράση του ως Επίσκοπος

Με την ενθρόνιση του ο επίσκοπος Νικηφόρος, ξεκινά μια ποιμαντική, κηρυκτική και φιλανθρωπική διακονία, που άφησε εποχή για την αντοχή, την διάρκεια, την συνέπεια και την Ορθοπραξία της.

Συνεχίζει το έργο του προκατόχου του, το διευρύνει και το επαυξάνει.

Συνεχίζει τη λειτουργία της Σχολής Βυζαντινής Μουσικής και τοποθετεί ως διευθυντή της ένα άξιο και μεγάλο δάσκαλο τον θεολόγο και ιεροψάλτη Δημήτριο Δασκαλάκη, τον μετέπειτα λίαν αγαπητό και αξιοσέβαστο πατέρα Δημήτριο. Από την Σχολή αυτή βγήκαν ιεροψάλτες ονομαστοί, που στελέχωσαν τα αναλόγια της τοπικής Εκκλησίας, που είχε  την καλή συγκυρία να έχει στον Καθεδρικό ναό των Εισοδίων, ως πρωτοψάλτη τον μεγάλο δάσκαλο Νικόλαο Δασκαλάκη.

Συγκαλεί ιερατικά συνέδρια για ν’ ανεβάσει το μορφωτικό επίπεδο των κληρικών του, γιατί την εποχή αυτή οι θεολόγοι κληρικού ήταν ελάχιστοι και οι ανάγκες της επιμόρφωσης τους τεράστιες.

Συνεχίζει την έκδοση του περιοδικού της επισκοπής του, αλλάζοντας του απλώς τον τίτλο, όπου το «Αναγέννησις», γίνεται «Χριστιανικόν Φως», όπως την εποχή του Γέροντός του μακαριστού επισκόπου Αγαθαγγέλου Νινολάκη.

Καλεί όλους τους θεολόγος της επισκοπής του ως συνεργάτες και βοηθούς, στο μέγιστο έργο του κηρύγματος και της κατ5ήχησης του λαού του Θεού.

Δεν υπάρχει ενορία, που να μην έχει το κατηχητικό της σχολείο.

Ως θεολόγος καθηγητής για 22 ολόκληρα χρόνια, ήξερε την μεγάλη σημασία της κατήχησης, ιδιαιτέρων των νέων και γι αυτό φρόντισε αμέσως το κατηχητικό σχολείο να γίνει θεσμός.

Φροντίζει για την ύπαιθρο, για τα χωριά μας, που όλα ανεξαιρέτως τα επισκέπτεται, λύνει ποιμαντικά προβλήματα, ανεγείρει ιερούς ναούς, στέλνει θεολόγους και ιεροψάλτες να κηρύξουν και να ψάλουν.

Δεν ξέχασε ποτέ από πού ξεκίνησε. Στις 26 Ιουλίου 1959 στον πανηγυρικό εσπερινό του Αγίου Παντελεήμονα χοροστατεί στη γενέτειρά του Κάϊνα-Αποκορώνου, όπως και ανήμερα της εορτής.

Χαρακτηριστικό του ενδιαφέροντος του για το χωριό της καταγωγής του, είναι τα εγκαίνια του παρεκκλησίου του Αγίου Φανουρίου στις 26 Αυγούστου 1959, που σήμερα είναι ένα παγκρήτιο προσκύνημα, με χιλιάδες πιστούς να συρρέουν την παραμονή και ανήμερα της 27ης Αυγούστου, που γιορτάζει ο Άγιος.

Εδώ χάριν της ιστορικής αλήθειας, πρέπει να αναφέρομε το ενδιαφέρον και την πίστη των κατοίκων της Κάϊνας να κτίσουν Εκκλησάκι του αγίου και να αξιωθούν τα εγκαίνιά του να τελέσει ο συγχωριανός επίσκοπος Νικηφόρος, που σε πολλές πρωτοβουλίες και ενέργειες του απεδείχθη πρωτοπόρος και διορατικός.

Με προσωπικό μόχθο και συνεχείς προσπάθειες αποπερατώνει το Οικοτροφείο του Αγίου Ματθαίου, όπου μέχρι το 2022 εστεγάζετο η Εκκλησιαστική Σχολή Κρήτης.

Δεν σταματά όμως εδώ, να δημιουργήσει δηλαδή ένα απλό οικοτροφείο για άπορες μαθήτριες, αλλά φροντίζει τα καλοκαίρια το ίδρυμα αυτό να μετατρέπεται σε κατασκήνωση για τα παιδιά της Μητροπόλεως και όχι μόνο.

Οι Εκκλησιαστικές κατασκηνώσεις περνούν βιώματα και εμπειρίες στα παιδιά, που αφήνουν ανεξίτηλα τα ίχνη τους, γιατί η ζωή σ’ αυτές θυμίζει κάτι από την Λειτουργική και Κοινοβιακή πραγματικότητα της Ορθόδοξης Παράδοσης μας.

Κι αυτά αγαπητοί αναγνώστες στη δεκαετία του 1960, γιατί κάθε έργο αξιολογείται κυρίως από την εποχή του.

Αξιοποιεί το τότε κρατικό ραδιόφωνο, φροντίζοντας για την εκπομπή της Ιεράς Μητροπόλεως Κυδωνίας και Αποκορώνου από τον ραδιοφωνικό σταθμό Χανίων, όπου πολλές φορές την επιμέλεια και την παρουσίαση την κάνει ο ίδιος.

Δίνει διαλέξεις, όπως αυτή της 5ης Μαρτίου του 1961 στο κινηματοθέατρο «Ολύμπια» έ θέμα «Ο Χριστός και το κοινωνικό πρόβλημα». Τον απασχολούσε το πρόβλημα της φτώχειας, της κοινωνικής αδικίας, γι αυτό όπου μπορούσε έδινε λύσεις, βοηθούσε, συμπαραστεκόταν ηθικώς και υλικώς.

Ανήσυχο πνεύμα, ιδεολόγος και αγωνιστής, το απέδειξε με την έκκληση, που απηύθυνε τον Οκτώβριο του 1961 μαζί με τον ιερό κλήρο προς τις μεγάλες δυνάμεις της εποχής Η.Π.Α., Ε.Σ.Σ.Δ. Μεγάλη Βρετανία, Γαλλία και Δυτ. Γερμανία για την αναγκαιότητα της Παγκόσμιας Ειρήνης. Πίστευε σε μια ζωντανή Εκκλησία, που πρέπει να είναι αρωγός στα προβλήματα και στις ανάγκες των ανθρώπων, γι αυτό φρόντισε να θεμελιωθεί ο ναός του Οσίου Παταπίου στην περιοχή του Δημοτικού Γηροκομείου, γιατί στις 8 Δεκεμβρίου που τιμάται ο Όσιος τα Χανιά είχαν δύο τρομερά ατυχήματα.

Συγκεκριμένα το ναυάγιο του οχηματαγωγού «Ηράκλειον», το 1966 και το αεροπορικό του 1969 με την πτώση του αεροπλάνου στην Κερατέα-Αττικής.

Μάλιστα συμπαραστάτης σ’ αυτή του την προσπάθεια στάθηκε ο τότε μητροπολίτης Κορίνθου Παντελεήμων, ο οποίος και έδωσε τμήμα του ιερού λειψάνου του οσίου για τον ναό, που τελικά ανεγέρθη στην περιοχή που αναφέραμε.

Φρόντισε ακόμη να στεγαστεί η υπό ίδρυση τότε Σχολή Κωφαλάλων παίδων στην Ιερά Μονή Χρυσοπηγής.

Τα χρόνια περνούν κι έρχετε η 21η Απριλίου 1967, όπου η χώρα μας εισέρχεται σε μια περιπέτεια, που σίγουρα θα κατέληγε σε εθνική τραγωδία, όπως και έγινε με την εισβολή των Τούρκων το 1974 στην Κύπρο μας.

 Ο Μητροπολίτης πιά Νικηφόρος κράτησε μια στάση περήφανη, πιστός στα εθνικά και δημοκρατικά ιδεώδη του.

Ποτέ δεν «χάϊδεψε» αυτιά δικτατόρων και ποτέ δεν πήγε με χορωδίες ενοριών να υποδεχτεί ή να επαινέσει την «εθνοσωτήριο» και τους πρωταγωνιστές της.

Η Απριλιανή δικτατορία άλωσε την Ορθόδοξη Εκκλησία στην Πατρίδα μας επιβάλλοντας Αρχιεπίσκοπο στην Εκκλησία της Ελλάδος με «Αριστίνδην» (4) σύνοδο οκτώ μητροπολιτών, αφού προηγουμένως με απρεπή και ανοίκειο τρόπο, ανάγκασε σε παραίτηση τον κανονικό Αρχιεπίσκοπο Χρυσόστομο Β΄. Στην Ελλάδα βλέπετε και ιδιαιτέρως με αντιδημοκρατικά καθεστώτα η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν δικαιούται να κανονίζει τα του οίκου της.

Τα επισημαίνομε αυτά, γιατί ο μακαριστός Νικηφόρος πολεμήθηκε ύπουλα και άναδρα από την Απριλιανή δικτατορία, που η αλήθεια είναι, ότι του είχε «μαζέψει» πολλά.

Τον Μάρτιο του 1968 στο περιοδικό της μητροπόλεως «Χριστιανικόν Φως» ο μητροπολίτης Νικηφόρος δημοσιεύει την φωτισμένη εγκύκλιο του «περί της θέσεως των χριστιανικών οργανώσεων εν τη εκκλησία».

(4). Πρόκειται για «διορισμένες» Συνόδους ολίγων επισκόπων από την κοσμική εξουσία για να εξυπηρετήσουν δικές της πολιτικές και σκοπιμότητες.

Πρόκειται για ένα κείμενο με ορθοδοξότατες θεολογικές θέσεις για τις λεγόμενες χριστιανικές Οργανώσεις που… «πλησίον και εντός της εκκλησίας, όταν κατά τα ιερά δόγματα, τους ιερούς κανόνες και την Ιερά Παράδοσιν, μια είναι η Οργάνωσις, η Θεία και ανθρώπινη, η Αγία ημών Εκκλησία».

Εν τούτοις τολμά μέσα απ’ αυτήν την εγκύκλιο να καλέσει «μεγάλη τη φωνή ως θέλημα Χριστού, ότι πρώτοι οι ποιμένες οφείλομεν να καλέσωμεν πάντας τους εργάτας του Ευαγγελίου, να αναβιβάσομεν αυτούς, κατά τα δοθέντα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος, εις τας θέσεις των τας πνευματικάς εις τας Μητροπόλεις και τας ενορίας. Και εκείνοι οφείλουν να υπακούσουν την φωνήν της εκκλησίας και να έλθουν και τον κορμόν της Οργανώσεως των να συνδέσουν εις την Εκκλησίαν και τα μέλη να εντάξουν τη συνεργασία των Ποιμένων εις το έργον της Εκκλησίας».

Τέτοιες θεολογικές θέσεις και απόψεις εκείνη την εποχή ήθελαν πολύ δύναμη να ειπωθούν και μάλιστα εγγράφως, γιατί οι χριστιανικές Οργανώσεις είχαν μεγάλη δύναμη στην Εκκλησία, αλλά και στην τότε Ελληνική Πολιτεία.

Ακολουθεί μετά από λίγο καιρό και συγκεκριμένα το 1971 το θέμα της υπαγωγής της Εκκλησιαστικής Σχολής Κρήτης υπό την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Ο Νικηφόρος αντέδρασε σθεναρά με το επιχείρημα, ότι το καθεστώς της Εκκλησίας της Κρήτης είναι ημιαυτόνομο και μάλιστα πνευματικώς και κανονικώς υπάγεται στο Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, και εκτός των άλλων εξαιρέθηκαν και πολύ σωστά απ’ αυτήν την υπαγωγή η Αθωνιάδα και η Πατμιάδα, Εκκλησιαστικές Σχολές με μεγάλη ιστορία και προσφορά, όπως αυτή της Κρήτης, που με έδρα τα Χανιά διακονεί την Εκκλησία του νησιού από το 1892. Μάλιστα με συνεχή δημοσιεύματα στο επίσημο περιοδικό της Μητροπόλεως ο Νικηφόρος εξέθετε τα επιχειρήματα του για το καθεστώς και την έδρα της Σχολής.

Εδώ τώρα πρέπει να βρίσκεται η αιτία του μένος της Απριλιανής δικτατορίας για τον αγωνιστή ιεράρχη και θυμήθηκε το όριο ηλικίας των μητροπολιτών, ένα νόμο της κυβέρνησης των «αποστατών» (5) και συγκεκριμένα τον Α.Ν. 4589/1966 για να εκδιώξει από τους θρόνους τους, όλους τους ενοχλητικούς Ιεράρχες, όπως και τον μακαριστό Νικηφόρο.

(5). Πρόκειται για κυβερνήσεις που προέκυψαν μετά την αποστασία βουλευτών από την Ένωση Κέντρου το 1965 και την πτώση της τότε Κυβερνήσεως του Γεωργίου Παπανδρέου.

Εδώ να τονίσομε, ότι οι επίσκοποι της Ορθόδοξης Εκκλησίας βάσει των Ιερών Κανόνων είναι ισόβιοι και μόνο οι ίδιοι είτε με την παραίτηση τους για λόγους υγείας, είτε με την κοίμηση τους αποχωρίζονται της μητρόπολης και της ποίμνης, που τους εμπιστεύθηκε η χάρις του Θεού.

Είναι πολύ χαρακτηριστικό, ότι ο μητροπολίτης Νικηφόρος παύθηκε τον Μάιο του 1974 με υπουργό Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων τον καθηγητή Πετρολογίας της Θεολογικής Σχολής Θεσσαλονίκης Παναγιώτη Χρήστου, ενώ διήγε το 80ο έτος της ηλικίας του, και δεν υπήρξε ουδεμία αντίδραση από την τότε Ιερά Επαρχιακή Σύνοδο της Εκκλησίας της Κρήτης, σ’ αυτό το πραξικόπημα της τότε κρατικής εξουσίας.

Όταν στην ηλικία αυτή αποχωρίζεις βίαια τον πνευματικό πατέρα από τα παιδιά του, τότε σίγουρα τον οδηγείς και σε επιδείνωση της υγείας του, αλλά και στην θριαμβεύουσα Εκκλησία.

Πραγματικά το άλλο έτος και συγκεκριμένα στις 17/07/1975 ο μητροπολίτης Νικηφόρος φεύγει απ’ αυτόν τον κόσμο πικραμένος και αδικημένος.

Βιβλιογραφία

  1. Θρησκευτική και Ηθική εγκυκλοπαίδεια Τόμος 9ος σελ. 692-493 Αθήναι 1966.
  2. Ιωάννου Παϊζη «Η  Μάχη της Κρήτης, τα μετά την Μάχην, η Αντίστασις» Αθήναι 1971.
  3. Χαραλάμπου Ανδρεόπουλου «Η Εκκλησία κατά την Δικτακτορία 1967-1974- Ιστορική και Νομοκανονική προσέγγιση» Εκδόσεις Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2017.
  4. Περιοδικά της Ιεράς Επισκοπής Κυδωνίας και Αποκορώνου «Χριστιανικόν Φως» Χανιά 1959-1960 και «Αναγέννησις» Χανιά 1959.
  5. Ο ναός της Αγίας Παρασκευής Καλυβών Αποκορώνου του Γυμνασιάρχου Στυλιανού Πανηγυράκη Χανιά 1968.
  6. Ο Αρχιεπίσκοπος Ευγένιος Α΄ και η Εκκλησία της Κρήτης του Μητροπολίτου Πέτρας και Χερρονήσου Νεκταρίου Β΄ εκδόσεις, Νεάπολης  2004.
  7. Περιοδικό της Ιεράς Μητροπόλεως Κυδωνίας και Αποκορώνου «Μαρτυρία» τεύχος Ιουλίου-Δεκεμβρίου 2008, σελ. 11-12.
  8. Θεοχάρη Δετοράκη ομοτίμου Καθηγητή του Πανεπιστημίου Κρήτης «Ιστορία της Εκκλησίας Κρήτης, συνοπτικό διάγραμμα» Έκδοση επετειακή του περιοδικού «Απόστολος Τίτος» Ιούνιος 2016.