Κυριακή της Ορθοδοξίας

Η Κυριακή της Ορθοδοξίας, είναι η πρώτη Κυριακή των νηστειών, της περιόδου της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής του Πάσχα, μετά την Καθαρά Δευτέρα. Την Κυριακή αυτή, εορτάζουμε την αναστήλωση των αγίων Εικόνων και τον θρίαμβο της Ορθοδόξου Πίστεώς μας, έναντι της αιρέσεως των εικονομάχων.
Τον 7ο και 8ο αιώνα μ.Χ. στην Βυζαντινή Αυτοκρατορία υπήρξε μια διαμάχη μεταξύ των πνευματικών ανθρώπων, όπου οι μεν συμφωνούσαν με την τιμή και προσκύνηση των ιερών εικόνων (εικονόφιλοι) και οι δε που απαγόρευαν την προσκύνηση των ιερών εικόνων (εικονομάχοι). Η διαμάχη αυτή κράτησε περίπου 120 χρόνια.
Η διδασκαλία της Ορθοδόξου Πίστεώς μας περί της προσκύνησης και τιμής των αγίων Εικόνων, διατυπώθηκε το 787 στην Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδο, όπου όταν προσευχόμαστε μπροστά στις εικόνες, δεν προσευχόμαστε σε ένα ξύλο ή ένα οποιοδήποτε κομμάτι ύλης, αλλά η καρδιά και το μυαλό μας στρέφεται προς το εικονιζόμενο πρόσωπο, είτε του Χριστού, της Παναγίας ή των Αγίων.
Για το λόγο αυτό σε ανάμνηση της αναστήλωσης των ιερών Εικόνων, την Κυριακή της Ορθοδοξίας στους ορθόδοξους ιερούς ναούς γίνεται περιφορά των ιερών εικόνων
Οι μεγάλοι Πατέρες και διδάσκαλοι της Εκκλησίας μας στην εγκύκλιο της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου τονίζεται η θεολογική και παιδαγωγική αξία των εικόνων, η οποία λέγει ότι: Η προσκύνηση της ιερής εικόνας του Χριστού και των άλλων ιερών προσώπων του Χριστιανισμού δεν είναι ειδωλολατρία, όπως κατηγορούνταν από τους εικονομάχους, αλλά η τιμή απευθύνεται προς το εικονιζόμενο πρόσωπο, Η ευλογία και η χάρη που λαμβάνει ο πιστός από την προσκύνηση των ιερών εικόνων δίνεται από το ζωντανό ιερό πρόσωπο και όχι από την ύλη της εικόνας.
Η εικόνα έχει επίσης τεράστια παιδαγωγική χρησιμότητα. Μια εικόνα, σύμφωνα με γλωσσική έκφραση, αξίζει περισσότερο από χίλιες λέξεις. Αυτό σημαίνει ότι μέσω της εκκλησιαστικής εικονογραφίας οι πιστοί βοηθούνται να αναχθούν στις υψηλές πνευματικές θεωρίες και στο θείο.
Έτσι την Κυριακή αυτή γιορτάζουμε την νίκη της Ορθοδοξίας. Η εκκλησία πάλεψε εναντίον των αιρέσεων, των αιρετικών οπαδών ακόμη και εναντίον αιρετικών πατριαρχών, και βγήκε νικήτρια, γιατί είναι θείον εγκαθίδρυμα και δεν πρόκειται ποτέ να χαθεί κατά την αδιάψευστη δήλωση του Χριστού μας «και πύλαι Άδου ου κατισχύσουσι αυτής».
Η εκκλησία δέχτηκε λυσσαλέες επιθέσεις στο πρόσωπο του Χριστού, που άλλοτε αμφισβητούσαν την θεϊκή και άλλοτε την ανθρώπινη φύση και θέληση. Στόχος τους ήταν να ακυρώσουν το λυτρωτικό και σωτήριο έργο του Κυρίου, διότι αν επικρατούσαν οι αιρέσεις, δεν θα υπήρχε σωτηρία και λύτρωση για τον άνθρωπο. Αν ο Χριστός δεν ήταν Θεάνθρωπος, δεν θα μπορούσε να υπάρξει θέωση και συνεπώς σωτηρία για το ανθρώπινο γένος.
Διερωτηθήκαμε όμως ποτέ τι θα πει και τι είναι η Ορθοδοξία, για την οποία εορτάζουμε; Η λέξη Ορθοδοξία είναι σύνθετη, από τη λέξη ορθή και τη λέξη δόξα που σημαίνει γνώμη αλλά και δοξολογία. Επομένως Ορθοδοξία είναι η ορθή γνώμη και η ορθή δοξολογία που έχουμε για την πίστη μας. Και για μεν την ορθή δοξολογία είμαστε πολύ ευτυχείς, γιατί τα ιερά εκκλησιαστικά κείμενα είναι από τα πιο πλούσια, τα πιο πνευματικά και τα πιο κατανυκτικά. Ποια είναι τώρα η ορθή πίστη της εκκλησίας μας;
Ορθοδοξία ονομάζουμε την «μίαν αγίαν και αποστολικήν εκκλησίαν», όπως ομολογούμε στο Σύμβολο της Πίστεως, για να την αντιδιαστείλουμε από τις σχισματικές εκκλησίες των αιρετικών και του Πάπα. Τις αιρέσεις η εκκλησία μας τις αντιμετώπισε τους πρώτους δέκα αιώνες, η Δυτική όμως Εκκλησία, ενώ ήταν ενωμένη με την Ανατολική τους αιώνες αυτούς και έχουμε κοινούς αγίους, αποσχίστηκε, γιατί προέβαλλε αξιώσεις κυριαρχίας επί των άλλων Πατριαρχείων με το «Αλάθητο του Πάπα» και την αιρετική άποψη για το ότι το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται και εκ του Πατρός, το περίφημο filioque. Το σχίσμα των Εκκλησιών ανατολής και δύσης ήταν αποτέλεσμα μίας μακράς διαμάχης από τον Άγιο Φώτιο (9ος αι.) μέχρι τον πατριάρχη Μιχαήλ Κηρουλάριο το 1054. Η Παπική εκκλησία εντελώς αυθαίρετα σφετερίστηκε την ονομασία «Καθολική Εκκλησία», τη στιγμή που πρόκειται για Παπικό κράτος, που έχει στρατό, φρουρά και πρεσβείες στα διάφορα κράτη.
Από πού λοιπόν ξέρουμε ότι η πίστη μας είναι ορθή; Το ερώτημα αυτό βασάνιζε έναν προτεστάντη ιερωμένο, τον Ματθαίο Γκαλλατίν, ο οποίος έγραψε το βιβλίο « Διψώντας για τον Θεό… ξεδίψασα στην Ορθοδοξία», όπου μας περιγράφει τον μεγάλο του αγώνα για να φτάσει στην αληθινή πίστη της Ορθοδοξίας, αφού αναγνώρισε τα μεγάλα λάθη του Πρωτεσταντισμού, ο οποίος δεν πιστεύει στην ιερότητα της Παράδοσης, και του Καθολικισμού, ο οποίος διαστρέβλωσε πολλά δόγματα και αρχές της πρώτης αποστολικής εκκλησίας.
Η διδασκαλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας βασίζεται σε δύο πηγές: την Αγία Γραφή και την Ιερά Παράδοση, μέσω της οποίας ερμηνεύεται η Αγία Γραφή. Σε αντίθεση με τον Προτεσταντισμό, που στηρίζεται γενικά μόνο στην Αγία Γραφή (sola scriptura), η Ορθοδοξία βασίζεται και στην Ιερά Παράδοση. Αυτή περιλαμβάνει τη Βίβλο, τα διατάγματα των επτά Οικουμενικών Συνόδων, τα κείμενα των Πατέρων της Εκκλησίας, καθώς επίσης τους ιερούς κανόνες των τοπικών Συνόδων, τα λειτουργικά κείμενα και άλλες πρωτοχριστιανικές ή νεότερες πηγές. Η πίστη της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Ιερά Παράδοση στηρίζεται στο λόγο του Παύλου: «Ἄρα οὖν, ἀδελφοί, στήκετε, καὶ κρατεῖτε τὰς παραδόσεις ἃς ἐδιδάχθητε εἴτε διὰ λόγου εἴτε δι’ ἐπιστολῆς ἡμῶν.» Β’Θεσ.2.15.
Το πιο απλό επιχείρημα εναντίον των Πρωτεσταντών είναι ότι και τα Ευαγγέλια είναι Ιερά Παράδοση, διότι μέχρι το 50 μ.Χ. δεν υπήρχε κανένα γραπτό κείμενο αλλά και μέχρι το 100 μ.Χ. δεν είχαν συμπληρωθεί όλα τα βιβλία της Καινής Διαθήκης, κι όμως η εκκλησία υπήρχε, λειτουργούσε σύμφωνα με τις προφορικές διδαχές των Αποστόλων, δηλαδή σύμφωνα με την Ιερά Παράδοση.
Όσον αφορά την Αγία Γραφή η Ορθοδοξία αποδέχεται ως ορθή ερμηνεία αυτή για την οποία υπάρχει συμφωνία των εκκλησιαστικών Πατέρων, αρχαίων, νεότερων και σύγχρονων. Για τους Ορθοδόξους το Άγιο Πνεύμα, που δρα ακατάπαυστα μέσα στην Εκκλησία, προσφέρει συνεχώς αυθεντικούς και φωτισμένους ερμηνευτές.
Εκκλησία για τους αρχαίους ήταν συγκέντρωση πολιτών, ενώ για τους χριστιανούς συγκέντρωση πιστών. Πρόκειται για θείο εγκαθίδρυμα, που ιδρύθηκε την ημέρα της Πεντηκοστής με την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος πρώτα στους Αποστόλους και ύστερα στους διαδόχους των Αποστόλων, τους επισκόπους και παράλληλα στους πιστούς που δέχονται το άγιο βάπτισμα. Από τότε το Άγιο Πνεύμα φώτισε και φωτίζει τους βαπτισμένους χριστιανούς, ενισχύει τους πιστούς στον αγώνα τους και τους χαρίζει τους καρπούς του Αγίου Πνεύματος, που είναι όλος ο πλούτος των αρετών από την πιο μικρή έως την πιο μεγάλη.
Η Εκκλησία είναι επίσης και η περιοχή όπου δρα και υπάρχει το Άγιο Πνεύμα. Το Άγιο Πνεύμα, υπό μορφή πύρινων γλωσσών, επισκέφθηκε τον κόσμο και στάθηκε πάνω στους Αποστόλους.
Ο π. Γεώργιος Μεταλληνός λέγει ότι η εκκλησία του Χριστού δεν είναι ένα ανθρώπινο δημιούργημα, ένα φιλοσοφικό σύστημα, μια θρησκεία, αλλά είναι ό ίδιος ο Χριστός. Δεν είναι μια μάζα ανθρώπων, αλλά σύνολο προσώπων με προσωπικότητα και ελευθερία «κατ’ εικόνα Θεού» με στόχο να φτάσουνε στο «καθ’ ομοίωσιν», δηλαδή στη θέωση. Πρόκειται για μια διεργασία μυστική και μυστηριακή, που μόνο φωτισμένοι άνθρωποι και «καθαροί την καρδίαν» μπορούν να την συνειδητοποιήσουν και να την παρακολουθήσουν. Αυτή η διεργασία γίνεται με την νοερά λειτουργία ώς αδιάλειπτη παρουσία του Αγίου Πνεύματος μέσα στην καρδιά του ανθρώπου και ονομάζεται από τους Αγίους Πατέρες μας «μνήμη Θεού». Έχοντας ο άνθρωπος στην καρδιά του τη «μνήμη του Θεού», έχει την πεποίθηση ότι ο Θεός κατοικεί μέσα του.
Η σωτηρία του ανθρώπου επιτελείται μέσα στην εκκλησία. Το σωστικό αυτό έργο της Εκκλησίας επιτυγχάνεται με συγκεκριμένη θεραπευτική μέθοδο, ώστε ουσιαστικά η Εκκλησία να ενεργεί στην ιστορία ως ένα παγκόσμιο Θεραπευτήριο. Όπως δε η πτώση είναι πανανθρώπινη, έτσι και η σωτηρία-θεραπεία εξαρτάται άμεσα από τη λειτουργία του εσωτερικού κόσμου του κάθε άνθρωπου.
Γι αυτό και λέει η εκκλησία μας ότι, “Ορθοδοξία” χωρίς ορθοπραξία είναι χειρότερο από την αίρεση. Ο πιο επικίνδυνος αιρετικός είναι ο χριστιανός που άλλα πιστεύει και άλλα πράττει και θυσιάζει.
Είναι λοιπόν μεγάλη τιμή να είμαστε Ορθόδοξοι, αλλά συγχρόνως και μεγάλη η ευθύνη απέναντι σε αυτόν τον ατίμητο θησαυρό, αφ ενός μεν για να τον κρατήσουμε και αφ ετέρου για να τον βιώσουμε στην καθημερινή μας ζωή.
Γι αυτό ἐπαναλαμβάνομε αυτό που διακηρύττει τό ἱερό Συνοδικό τῆς Ὀρθοδοξίας:
«Οἱ Προφῆται ὡς εἶδον, οἱ Ἀπόστολοι ὡς ἐδίδαξαν, ἡ Ἐκκλησία ὡς παρέλαβεν, οἱ Διδάσκαλοι ὡς ἐδογμάτισαν, ἡ Οἰκουμένη ὡς συμπεφώνηκεν, ἡ χάρις ὡς ἔλαμψεν, ἡ ἀλήθεια ὡς ἀποδέδεικται, τὸ ψεῦδος ὡς ἀπελήλαται, ἡ σοφία ὡς ἐπαρρησιάσατο, ὁ Χριστὸς ὡς ἑβράβευσεν, οὕτω φρονοῦμεν, οὕτω λαλοῦμεν, οὕτω κηρύσσομεν…». Αμήν.
