Κατήχηση – Συνάξεις ενηλίκων

Ως συνειδητά μέλη της Εκκλησίας πιστεύουμε στη δυναμική που έχει η Ορθόδοξη Ενορία, όταν μάλιστα ο ιερέας είναι δραστήριος και με κατάλληλους συνεργάτες μπορεί να επιτευχθεί έργο αξιοθαύμαστο.

Μια ζωντανή ενορία μπορεί να έχει πολλές δραστηριότητες, όπως κατήχηση των πιστών, μέχρι την φιλανθρωπία και την ανακούφιση – πνευματική και υλική – εμπερίστατων αδελφών, όπως ομιλίες και διαλέξεις θεολογικού, εθνικού και κοινωνικού ενδιαφέροντος.

Όταν η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι για τους Πατέρες θεραπευτήριο «ψυχών και σωμάτων», αυτό ακριβώς επιβεβαιώνει η ενορία.

Θεραπεύει Ορθοδόξως τις ψυχές και τα σώματά μας, γι’ αυτό με μεγάλη μας χαρά και ευθύνη, αναλάβαμε τον τομέα της κατήχησης ενηλίκων.

Είναι ο τομέας που ως Ορθόδοξη Εκκλησία πρέπει να δουλέψουμε πολύ, γιατί ο λαός μας δυστυχώς σε μεγάλο ποσοστό είναι ακατήχητος.

Ξεκινήσαμε με πρώτο θέμα κατήχησης «τί είναι η Εκκλησία», συνεχίσαμε με «τη σημασία και ανάλυση της Θείας Λειτουργίας» και κατόπιν προσπαθήσαμε να προσεγγίσουμε το «Τριαδολογικό και Χριστολογικό δόγμα».

Χάριτι Θεού ολοκληρώσαμε αυτές τις συναντήσεις με τη θεολογική ανάλυση των Ιερών μυστηρίων της Εκκλησίας μας.

Ευελπιστούμε να συνεχίσουμε πάντα με την ευλογία του μητροπολίτη μας και την εν έργω και λόγω συμπαράσταση και καθοδήγηση του ιερέα μας π. Ιωάννη.

Ο διακονών

Νικόλαος Χ. Χριστοδουλάκης, Θεολόγος

Τί είναι η Εκκλησία;

του  Νικολάου Χ. Χριστοδουλάκη, θεολόγου – συγγραφέα

Πριν από οποιαδήποτε προσπάθεια Ορθόδοξης Κατήχησης είναι πολύ σημαντικό να τονίσουμε στους πιστούς μας «το τι είναι η Εκκλησία».
Όταν ο πιστός κατανοήσει τι είναι και τι εκπροσωπεί η Εκκλησία, τότε είναι ευκολότερο να καταλάβει και το τι είναι η Θεία Λειτουργία, τα δόγματα και τα ιερά μυστήρια.
Η κατήχηση δεν είναι σχολείο, αλλά «Ορθοδοξίας Παιδευτήριον». Τι σημαίνει αυτό: Απλούστατα, ότι η προσπάθειά μας πρέπει να είναι βιωματική-εμπειρική, ώστε να βοηθήσουμε τους πιστούς μας να ζήσουν το γεγονός Εκκλησία.
Και ζεις αυτό το γεγονός μέσα στη Λειτουργική και Μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας.
Εκκλησία και Χριστός είναι ένα και το αυτό.
Για τούτο συνυπάρχουν – πάντα μέσα στην Εκκλησία – ο Άκτιστος Θεός και ο κτιστός άνθρωπος.
Το χάσμα μεταξύ Ακτίστου και κτιστού γεφυρώνεται με τις Άκτιστες Θείες ενέργειες, που μπορεί να είναι ένα σημείο – θαύμα, μία αποκάλυψη – φανέρωση του ίδιου του Τριαδικού Θεού. Καταλυτική απόδειξη – ευλογία της συνύπαρξης Θεού – ανθρώπου στην Εκκλησία είναι η παρουσία του Αγίου Πνεύματος, της Θεοτόκου και των αγίων.
Γι’ αυτό ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς ονομάζει τη Θεοτόκο «Μεθόριον της Ακτίστου και κτιστής φύσεως», οι δε πατέρες παρουσιάζουν την Εκκλησία «ως Πνευματικό Θεραπευτήριο», γιατί αποστολή και χρέος της είναι να κάνει τους πιστούς της – και με τη δική τους προσπάθεια – «κατά χάριν Θεού», δηλαδή αγίους.

Τι είναι η Θεία Λειτουργία

Ο ουρανός πάνω στη γη… Η Θεία Λειτουργία! | Σημεία Καιρών

του  Νικολάου Χ. Χριστοδουλάκη, θεολόγου – συγγραφέα

Λειτουργία σημαίνει έργο που γίνεται χάριν του λαού. Όταν στην Ορθόδοξη Εκκλησία μιλάμε για Θεία Λειτουργία, εννοούμε τη ζωή του Χριστού, που γίνεται πρ΄ξη ζωής και σωτηρίας μπροστά μας.

          Θεία Λειτουργία, λοιπόν, και ζωή του Χριστού πηγαίνουν μαζί και το αποκορύφωμα είναι η Θεία Κοινωνία, το να γίνουμε δηλαδή «σύσσωμοι και σύναιμοι» με το Θεό-Λόγο.

          Για όλα αυτά η σημασία και η σπουδαιότητα του πιστού από τη συμμετοχή του στη Θεία Λειτουργία, είναι καταλυτική για τη σωτηρία του.

          Η Θεία Λειτουργία κατηχεί, διδάσκει και κυρίως εισάγει τον πιστό στο μέγα μυστήριο της ευσεβείας, που είναι η Ορθόδοξη πίστη.

          Μυστήριο που γίνεται πράξη ζωής και σωτηρίας στα πλαίσια του Λειτουργικού Χρόνου, που καταργεί τη φθορά και το θάνατο και σε εισάγει απ’ αυτή τη ζωή στη Βασιλεία του Θεού.

          Ό,τι βλέπουμε να γίνεται και να λέγεται στη Θεία Λειτουργία από το «Ευλογημένη η Βασιλεία…» μέχρι και την απόλυση, Λειτουργός είναι ο ίδιος ο Χριστός.

          Αναφέρουμε ενδεικτικά δύο γεγονότα της ζωής του Χριστού μας, που τα βλέπουμε και συμμετέχουμε στη Θεία Λειτουργία. Είναι η «Μικρά Είσοδος», – όταν ο ιερέας εξέρχεται του Ιερού βήματος κρατώντας το Ιερό Ευαγγέλιο – που συμβολίζει την τριετή δημόσια εμφάνιση και δράση του Χριστού μας και η «Μεγάλη Είσοδος», – όταν ο ιερέας εξέρχεται του Ιερού βήματος κρατώντας τα Τίμια Δώρα, που τα πήρε από την Προσκομιδή για να τα τοποθετήσει στην Αγία Τράπεζα και να γίνει η αναίμακτος θυσία – που συμβολίζει τη φρικτή πορεία του Χριστού μας από το Πραιτώριο στον τόπο του μαρτυρίου, το Γολγοθά.

          Για όλους αυτούς τους λόγους επιβάλλεται να γνωρίζουμε και να συμμετέχουμε στη Θεία Λειτουργία, γιατί έτσι ζούμε και βιώνουμε την ίδια τη ζωή του Χριστού μας, που μόνο Αυτός είναι «η οδός, η αλήθεια και η ζωή» (Ιωάν. Ιδ΄, 6), όπως άλλωστε μας το είπε και το δήλωσε ο Ίδιος.  

Τί είναι η Αγία Γραφή;

Έτσι πρέπει να διαβάζεται η Αγία Γραφή - ΒΗΜΑ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

του  Νικολάου Χ. Χριστοδουλάκη, θεολόγου – συγγραφέα

Ο Θεός που πιστεύουμε ως Ορθόδοξοι Χριστιανοί είναι Θεός Αποκάλυψης.

Τι σημαίνει αυτό; Ότι ο Θεός παίρνει την πρωτοβουλία και φανερώνεται στον άνθρωπο, γιατί θέλει όλοι οι άνθρωποι να τον γνωρίσουν, να τον ζήσουν και να φτάσουν σ’ αυτό που λέμε σωτηρία.

«Ο Θεός πάντας ανθρώπους θέλει σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν». (Α΄ Τιμ. 2,4)

Αυτή λοιπόν την Αποκάλυψη – φανέρωση του Θεού σε συγκεκριμένα πρόσωπα κατέγραψαν άγιοι άνθρωποι και μας παρέδωσαν την Παλαιά Διαθήκη, που μας προετοιμάζει για τον ερχομό του Χριστού και με τη δημιουργία – ίδρυση της Εκκλησίας του, απόστολοι και μαθητές του κατέγραψαν την Καινή Διαθήκη.

Οι δύο τώρα Διαθήκες, Παλαιά και Καινή, αποτελούν την Αγία Γραφή ή Βίβλο.

Τα βιβλία της Π.Δ. είναι τα εξής:

Γένεσις, Έξοδος, Λευιτικόν, Αριθμοί, Δευτερονόμιον, Ιησούς Ναυή, Κριταί, Ρουθ, Βασιλειών Α΄΄, Β΄, Γ΄, Δ΄, Παραλειπόμενων Α΄, Β΄, Έσδρας Α΄. Β΄, Νεεμίας, Τωβίτ, Ιουδίθ, Εσθήρ, Μακκαβαίων Α΄, Β΄, Γ΄, Ψαλμοί, Παροιμίαι, Εκκλησιαστής, Άσμα Ασμάτων, Ιώβ, Σοφία Σολομώντος, Σοφία Σειράχ, Ωσηέ, Αμώς, Μιχαίας, Ιωήλ, Οβδιού, Ιωνάς, Ναούμ, Αββακούμ, Σοφονίας, Αγγαίος, Ζαχαρίας, Μαλαχίας, Ησαΐας, Ιερεμίας, Βαρούχ, Θρήνοι Ιερεμίου, Επιστολή Ιερεμίου, Ιεζεκιήλ, Δανιήλ.

Είναι, δηλαδή, 49 και η Ορθόδοξη Εκκλησία μας, ως επίσημο κείμενο της Π.Δ. έχει την μετάφραση των Ο΄(εβδομήκοντα), που έγινε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου τον Γ΄ π.Χ. αιώνα με πρωτοβουλία του βασιλιά Πτολεμαίου Β΄ του Φιλαδέλφου, στην τότε καθομιλουμένη γλώσσα, την Ελληνιστική – Κοινή. Και τούτο γιατί μετά από τις κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου και των διαδόχων του η Ελληνιστική-Κοινή, ήταν η διεθνής γλώσσα της εποχής, γι’ αυτό και η Χριστιανική Εκκλησία από το ξεκίνημά της χρησιμοποίησε αυτή τη γλώσσα.

Όσον αφορά τώρα την Καινή Διαθήκη, αυτή γράφτηκε από τους μαθητές και αποστόλους του Χριστού μας, μέσα στο κλίμα της Ιεράς Παραδόσεως, που είναι η ζώσα πραγματικότητα της Εκκλησίας.

Δηλαδή, ό,τι είχε και έχει διασωθεί μέχρι σήμερα είτε προφορικώς είτε εγγράφως.

Σημειωτέον, ότι εκτός της Κ.Δ. και το Σύμβολο της Πίστεως καθώς και η Πατερική Γραμματεία είναι καρπός και γέννημα της Ιεράς Παραδόσεως.

Τα βιβλία της Κ.Δ. είναι τα εξής: Τα Ευαγγέλια του Ματθαίου, του Μάρκου, του Λουκά, του Ιωάννη, οι Πράξεις των Αποστόλων, οι επιστολές του Παύλου προς Ρωμαίους, προς Κορινθίους Α΄ και Β΄, προς Γαλάτας, προς Εφεσίους, προς Φιλιππησίους, προς Κολοσσαείς, προς Θεσσαλονικείς Α΄ και Β΄,  προς Τιμόθεον Α΄ και Β΄, προς Τίτον, προς Φιλήμονα, προς Εβραίους, του Ιακώβου, του Πέτρου Α΄ και Β΄,  του Ιωάννου Α΄, Β΄, Γ΄,  του Ιούδα του Αδελφοθέου και η Αποκάλυψις του Ιωάννου. Είναι λοιπόν 27. 

Σημειωτέον, ότι εμείς οι Ορθόδοξοι πιστεύουμε, ότι οι συγγραφείς και των δύο Διαθηκών ήταν θεόπνευστοι.

Τι σημαίνει αυτό; Είχαν φωτιστεί από το Άγιο Πνεύμα στο περιεχόμενο των αληθειών που έγραψαν.

Δεν έγραψαν δικά τους πράγματα, αλλά την Αποκάλυψη – Αλήθεια, που τους φώτισε και φανέρωσε ο Τριαδικός Θεός που πιστεύουμε. Βεβαίως έγραψαν κι ως άνθρωποι της εποχής τους, με τις ανάλογες μορφωτικές και κοινωνικές συνθήκες.

Τί είναι τα δόγματα και οι κανόνες-όροι της Ορθόδοξης πίστης μας;

Δογματικά θέματα. Τι είναι δόγμα και σε τι χρειάζεται; Σύνοδοι και δόγματα

του  Νικολάου Χ. Χριστοδουλάκη, θεολόγου – συγγραφέα

Η λέξη δόγμα παράγεται από το αρχαίο ελληνικό ρήμα δοκέω-ῶ που σημαίνει νομίζω, αποφαίνομαι για μια αλήθεια, είμαι σίγουρος για αυτά που λέω και υποστηρίζω.

          Αμέσως μετά τους διωγμούς η αλήθεια της Εκκλησίας απειλήθηκε από τους ποικιλώνυμους αιρετικούς, που δυστυχώς όλοι ήταν πλανεμένα μέλη της.

          Η λέξη αίρεση παράγεται πάλι από το αρχαίο ελληνικό ρήμα αἱρέομαι-οῦμαι που σημαίνει διαλέγω, προτιμώ,

          Τι έκαναν λοιπόν οι διάφοροι αιρετικοί; Απομόνωναν ή απολυτοποιούσαν την οποιαδήποτε ερμηνεία που έδιναν σε μία αλήθεια της Εκκλησίας και την καθιστούσαν «θέσφατο», κάτι δηλαδή που όλοι έπρεπε να αποδεχθούν.

          Η Εκκλησία για να αμυνθεί και να διασώσει την αλήθεια της, συγκαλούσε τις τοπικές και οικουμενικές Συνόδους, όπου με το φωτισμό του Αγίου Πνεύματος παίρνονταν δημοκρατικά κατά πλειοψηφία οι αποφάσεις.

          Αυτές οι αποφάσεις είναι τα περίφημα δόγματα και οι κανόνες – όροι της Εκκλησίας, όπου διατυπώνονται εγγράφως τα όρια της αλήθειας της σε βασικά θέματα πίστης, διοίκησης και καθημερινής ζωής.

          Τέτοια δόγματα είναι το Τριαδολογικό και στη συνέχεια το Χριστολογικό, όπου η Εκκλησία διασώζει τη μέγιστη εμπειρική αλήθειά της, ότι ο Χριστός είναι Θεάνθρωπος, ισότιμος με τον Θεό-πατέρα και το Άγιο Πνεύμα.

          Έπρεπε να συγκληθούν οι δύο πρώτες Οικουμενικές Σύνοδοι της Νικαίας το 325 μ.Χ. και της Κων/πολης το 381 μ.Χ. για να διατυπώσουν εγγράφως το Τριαδολογικό δόγμα, που το απαγγέλουμε σε κάθε Θεία Λειτουργία ως Σύμβολο της Πίστεως και είναι το γνωστό μας «Πιστεύω».

          Πολύ περιληπτικά το Τριαδολογικό δόγμα μας λέει, ότι ο Θεός που πιστεύουμε είναι Τριάδα, δηλαδή Πατέρας – Υιός – Άγιο Πνεύμα.

          Και τα τρία πρόσωπα έχουν την ίδια ουσία, αλλά διακρίνονται με τα λεγόμενα υποστατικά ιδιώματα.

          Ο Πατέρας έχει το Αγέννητον, ο Υιός το Γεννητόν και το Άγιο Πνεύμα το Εκπορευτόν.

          Η λέξη ουσία σημαίνει το απύθμενο βάθος του Θεού, η οποία Ουσία είναι κοινή και για τα τρία πρόσωπα.

          Ο Πατέρας γεννά προ πάντων των αιώνων τον Υιό, δηλαδή αυτή η Γέννηση είναι πέρα και πάνω από το Χρόνο και εκπορεύει το Άγιο Πνεύμα.

          Όταν ο Πατέρας ενεργεί, συνεργούν ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα. Αυτό συμβαίνει με κάθε πρόσωπο της Αγίας Τριάδος.

          Όπως υποστηρίζει ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, η κοινή ενέργεια της Αγίας Τριάδος στην ενανθρώπηση του Υιού, εκδηλώνεται «κατ’ ευδοκίαν» από το Πατέρα, «κατ΄ αυτουργίαν» από τον Υιό και «κατά συνέργειαν» από το Άγιο Πνεύμα.

          Κι ερχόμαστε στο Χριστολογικό δόγμα, που μας τονίζει, ότι ο Χριστός ως Θεάνθρωπος έχει και τις δύο φύσεις – θεϊκή και ανθρώπινη – που συνυπάρχουν «ασυγχύτως, ατρέπτως, αδιαιρέτως και αχωρίστως» στο πρόσωπό του.

          Έπρεπε πάλι να συγκληθούν η Γ΄ στην Έφεσο το 431 μ.Χ. Οικουμενική Σύνοδο για να απαντήσει στον Νεστόριο, που μέσω της Θεοτόκου αμφισβητούσε τη θεότητα του Χριστού, και την αποκαλούσε Χριστοτόκο και όχι Θεοτόκο, και η Δ΄ το 451 μ.Χ. στην Χαλκηδόνα της Μικράς Ασίας για να διατυπώσει το Χριστολογικό δόγμα που αναφερθήκαμε.

          Η Εκκλησία πάλεψε για να προστατεύσει την Τριαδικότητα του Θεού μας και την Θεανθρώπινη υπόσταση του Χριστού μας, γιατί διαφορετικά δεν σώζεται ο άνθρωπος.

          Αν ο Θεός της Αποκάλυψης που πιστεύουμε ως Ορθόδοξοι Χριστιανοί δεν είναι Τριάδα και ο Χριστός Θεάνθρωπος, τότε η Χριστιανική πίστη γίνεται ένα ιδεολόγημα και μία φιλοσοφία του κόσμου τούτου.

          Καμία όμως φιλοσοφία και κανένα ιδεολόγημα δεν σώζουν τον άνθρωπο, παρά μόνο ο σαρκωμένος Λόγος, δηλαδή ο Χριστός μας, που έγινε και άνθρωπος για να κάνει τον άνθρωπο κατά Χάρη Θεό.      

Το Άγιο Πνεύμα στην Ορθόδοξη Εκκλησία

Το Άγιο Πνεύμα οδηγεί στη γνώση του Θεού! |

του Νικολάου Χ. Χριστοδουλάκη, θεολόγου – συγγραφέα

Πρόκειται για το τρίτο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, που έχει το υποστατικό ιδίωμα του «εκπορευτού».

          Εκπορεύομαι στα Αρχαία Ελληνικά σημαίνει πηγάζω.

          Είναι χαρακτηριστικό, ότι κανένα ρήμα της λατινικής γλώσσας δεν μπορεί να αποδώσει την ελληνική του σημασία παρά το «procedere», που σημαίνει γεννᾶσθαι + ἐκπορεύεσθαι και από εδώ το θεολογικό πρόβλημα του Filioque, ότι δηλαδή το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται και από τον Υιό, που πιστεύει η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία.

          Η Ορθόδοξη Εκκλησία πιστεύει, ότι το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται μόνο από τον Θεό-Πατέρα, γιατί αν δεχτούμε και από τον Υιό, τότε αλλοιώνεται το δόγμα της Αγίας Τριάδος, γιατί παρουσιάζεται ένα πρόσωπό του να υπερτερεί σε υποστατικά ιδιώματα έναντι των δύο άλλων.

          Η Εκκλησία όπως ξανατονίσαμε είναι ο παρατεινόμενος Χριστός στους αιώνες, δηλαδή όπου Εκκλησία εκεί και Χριστός, αλλά συγχρόνως και Άγιο Πνεύμα, όπως θεολογικότατα μας λέει ο άγιος Ειρηναίος, ενώ ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής μας παρουσιάζει τη Βασιλεία του Θεού ταυτόσημη με την παρουσία και ενέργεια του Αγίου Πνεύματος μέσα στην Εκκλησία.

          Ως Ορθόδοξοι πιστεύουμε και ομολογούμε, ότι «ο Πατήρ, δια του Υιού, εν Αγίω Πνεύματι ποεί τα πάντα». Δηλαδή η παρουσία, η ενέργεια και η χάρη του Τριαδικού Θεού είναι ενιαία.

          Να μην ξεχνάμε ακόμη, ότι όλες οι Οικουμενικές Σύνοδοι που διετύπωσαν τα δόγματα της Εκκλησίας ως όρια αλήθειας και ζωής, αλλά και τους ιερούς κανόνες – βάσει των οποίων διοικείται η Εκκλησία – έγιναν με το φωτισμό και την καθοδήγηση του Αγίου Πνεύματος.

          Όπου Εκκλησία λοιπόν και Τριαδικός Θεός πηγαίνουν μαζί «ασυγχύτως, ατρέπτως, αχωρίστως και αδιαιρέτως».

Τί είναι τα Ιερά Μυστήρια

της Ορθόδοξης Εκκλησίας μας;

Θεολογώντας…στην τάξη (Η τέχνη του θεολογείν) - Τα Μυστήρια του Βαπτίσματος  και του Χρίσματος

του Νικολάου Χ. Χριστοδουλάκη, θεολόγου – συγγραφέα

Τα Ιερά Μυστήρια είναι οι αγωγοί της Χάριτος, που μεταδίδεται στους πιστούς και έτσι τους καθαρίζει από την αμαρτία, τους αγιάζει, και βεβαίως με τον πνευματικό τους αγώνα τους οδηγεί στον νέο κόσμο του Χριστού, που είναι αυτό που λέμε Βασιλεία του Θεού. Είναι ενταγμένα στη Λειτουργική και Μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας.

          Είναι επτά, ήτοι το Βάπτισμα, το Χρίσμα, η Θεία Ευχαριστία, η Ιερά Εξομολόγηση, η Ιερωσύνη, ο Γάμος και το Ευχέλαιο.

          Τα τέσσερα πρώτα είναι υποχρεωτικά και τα τρία τελευταία προαιρετικά.

          Πρώτο είναι το Βάπτισμα με το οποίο γινόμαστε μέλη της Εκκλησίας, ακολουθεί το Χρίσμα με το οποί δεχόμαστε τη χάρη του Αγίου Πνεύματος και γινόμαστε στρατιώτες Χριστού, η Θεία Ευχαριστία που γινόμαστε «σύσσωμοι και σύναιμοι Χριστού», η Ιερά Εξομολόγηση, όπου συγχωρούνται οι αμαρτίες μας και είναι ένα «δεύτερο βάπτισμα», όπως το τονίζουν και το αναλύουν οι άγιοι πατέρες.

          Συγκεκριμένα ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής υποστηρίζει, ότι ο πιστός με τη συνεχή μετάνοια πηγαίνει στο «ἀεί εὖ εἶναι», δηλαδή στην όντως ζωή, που είναι η ζωή της σταυρωμένης και αναστημένης αγάπης του Χριστού. Το    Βάπτισμα και το Χρίσμα δεν επαναλαμβάνονται, αλλά τελούνται μία φορά μόνο για κάθε πιστό.

          Εξαίρεση για το Χρίσμα γίνεται, αν κανείς επιστρέψει στην Ορθόδοξη Εκκλησία μετά από αίρεση. Τότε γίνεται δεκτός, αφού έχει αποκηρύξει την πλάνη του και ξαναχρίεται.

          Από τα προαιρετικά Μυστήρια η Ιερωσύνη, το να γίνει δηλαδή κανείς κληρικός, αυτό είναι καθαρά θέμα κλίσης και κλήσης.

          Η κλίση με γιώτα σημαίνει ο πιστός να το θέλει πραγματικά να δεχτεί το μέγα υπούργημα της ιερωσύνης του Χριστού και με ήτα να τον καλέσει ο ίδιος ο Χριστός.

          Άλλο προαιρετικό Μυστήριο είναι αυτό του Γάμου, όπου η Εκκλησία ευλογεί την ένωση του άνδρα και της γυναίκας, γιατί πιστεύει στη σχέση ζωής των ανθρώπων, άλλωστε ας μην ξεχνάμε ότι ο απόστολος Παύλος αυτή την ένωση την παραλληλίζει με τον Χριστό και την Εκκλησία του.

          Άλλος παράγοντας που επιμένει η Εκκλησία είναι η ευλογία της οικογένειας, που ανατρέφει, πλάθει και δίνει νόημα ζωής στους ανθρώπους.

          Ας μην ξεχνάμε, ότι στην Ορθοδοξία μιλάμε και για την «κατ’ οίκον Εκκλησία», που δεν είναι άλλη από την οικογένεια.

          Κι ερχόμαστε στο Ευχέλαιο, που ως Μυστήριο ωφελεί τον πιστό στην ψυχή και το σώμα του, γιατί η Ορθόδοξη Εκκλησία αγκαλιάζει Λειτουργικά και Μυστηριακά, τον όλο άνθρωπο και βεβαίως ολόκληρη την Κτίση, την Δημιουργία του Τριαδικού Θεού, που είναι το σπίτι όλων μας.

Γιατί η Εκκλησία τιμά την Θεοτόκο και τους αγίου-ες;

του Νικολάου Χ. Χριστοδουλάκη, θεολόγου – συγγραφέα

Η Ορθόδοξη πίστη είναι αποκάλυψη Θεού, δηλαδή ο ίδιος ο Θεός παίρνει την πρωτοβουλία και αποκαλύπτεται στον άνθρωπο.

Γιατί γίνεται αυτό;

Γιατί ο Θεός είναι αγάπη και θέλει τη σωτηρία του δημιουργήματός του.

Αυτή η σωτηρία σχεδιάστηκε από τον Θεό σε συνεργασία με πιστούς ανθρώπους, οι οποίοι πίστεψαν και πραγματοποίησαν αυτό το σχέδιο.

Εκτέλεση τώρα αυτού του σχεδίου βλέπουμε στην Αγία Γραφή – Παλαιά και Καινή Διαθήκη – να ξεκινά με την κλήση – κάλεσμα του Αβραάμ και να ολοκληρώνεται με την ενανθρώπηση του ίδιου του Θεού στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού.

Για να φτάσουμε όμως μέχρι τον Χριστό προηγήθηκαν κι άλλα πρόσωπα εκτός του Αβραάμ, που με την πίστη και τους αγώνες τους προχώρησαν το σχέδιο του Θεού. Αυτά τα πρόσωπα αποτέλεσαν το περίφημο “Λείμμα”, μέσα από το οποίο γεννήθηκε ο Χριστός κι έγινε πραγματικότητα η Εκκλησία.

Τέτοια πρόσωπα αυτού του “Λείμματος” είναι ο Ισαάκ, ο Ιακώβ, οι προφήτες με τελευταίο τον Βαπτιστή Ιωάννη, οι γονείς της Παναγίας, Ιωακείμ και Άννα, ακόμα και οι πρώτοι μαθητές του Χριστού, δηλαδή ο Ανδρέας, ο Πέτρος, ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης.

Η Παναγία επιλέχτηκε από τον ίδιο τον Θεό, λόγω της αγιότητος και της τελειότητος της ζωής της. Εκπροσώπησε όλο το ανθρώπινο γένος, γι’ αυτό ονομάστηκε Παναγία και Θεοτόκος. Παναγία γιατί είναι ανώτερη απ’ όλους τους αγίους και τις αγίες και Θεοτόκος, γιατί έτεκε, δηλαδή γέννησε τον ίδιο τον Θεό στο πρόσωπο του Χριστού.

Αναφέρει χαρακτηριστικά ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, ότι το πρόσωπο της Θεοτόκου “άπαν το μυστήριον της Θείας Οικονομίας συνίστησιν”, δηλαδή ολόκληρο το θεϊκό Σχέδιο για τη σωτηρία του ανθρώπου συγκεφαλαιώνεται στο πρόσωπο της Παναγίας.

Οι άγιοι και οι αγίες είναι πρόσωπα της Εκκλησίας, που μέσα από τη Λειτουργική και Μυστηριακή ζωή της αγωνίστηκαν τον καλό αγώνα της πίστεως κι έφτασαν με τη Χάρη του Θεού σ’ αυτό που λέμε θέωση ή αγιότητα.

Οι πατέρες της Εκκλησίας διδάσκουν, ότι η ζωή των πιστών χωρίζεται σε τρία στάδια. Το πρώτο είναι ο αγώνας εναντίον των παθών, το δεύτερο να έλθει ο φωτισμός του Αγίου Πνεύματος και το τρίτο ο δοξασμός, η θέαση του Ακτίστου Φωτός, δηλαδή η θέωση ή αγιότητα, όπως τονίσαμε προηγουμένως. Στην Ορθόδοξη Εκκλησία την Παναγία και τους αγίους τους τιμούμε και τους παρακαλούμε να πρεσβεύουν στον Τριαδικό Θεό για μας, γιατί η λατρεία ανήκει μόνο σ’ αυτόν.

Γιατί οι ιερές εικόνες υπάρχουν και τιμώνται από την Ορθόδοξη Εκκλησία;

του Νικολάου Χ. Χριστοδουλάκη, θεολόγου – συγγραφέα

Κατ’ αρχάς να τονίσουμε, ότι οι εικόνες δεν είναι φωτογραφίες ή μόνο σύμβολα.

Εκφράζουν και αναλύουν τη Θεολογία της Εκκλησίας, αρκεί να ξέρουμε να τις διαβάσουμε και να τις αναλύσουμε.

Θα σταθούμε σε δύο-τρία χαρακτηριστικά παραδείγματα ερμηνείας κι έτσι ο αναγνώστης θα καταλάβει τι σημαίνει η εικόνα και ιδίως η Θεολογία της.

Η Εκκλησία ακόμα κι από την εποχή των κατακομβών χρησιμοποίησε συμβολικές παραστάσεις για να εκφράσει τις θεολογικές αλήθειες της. Τέτοιες παραστάσεις είναι αυτή του καλού Ποιμένα, που συμβολίζει τον Χριστό, ο ΙΧΘΥΣ (ψάρι) που συμβολίζει πάλι τον Χριστό και συγκεκριμένα σημαίνει Ιησούς-Χριστός-Θεού-Υιός-Σωτήρ, το περιστέρι που συμβολίζει την παρουσία του Θεού και ιδιαιτέρως του Αγίου Πνεύματος, η άγκυρα που συμβολίζει τη μακαριότητα του Παραδείσου και το παγώνι την αθανασία της ψυχής.

Βλε΄πουμε δηλαδή, ότι η Εκκλησία από το ξεκίνημά της εκφράστηκε και δια συμβόλων κάτι που συνεχίστηκε στο διάβα των αιώνων και φτάνει μέχρι τις μέρες μας.

Για να κατοχυρωθεί μάλιστα θεολογικά η τιμή των εικόνων η Εκκλησία πάλεψε πάνω από εκατό χρόνια με τους εικονομάχους και τελικά με την Οικουμενική Σύνοδο της Νικαίας το 787 μ. Χ. το πέτυχε και ολοκλήρωσε αυτή την περιπέτεια με την οριστική αναστήλωσή τους το 843 μ.Χ.

Η εικόνα στην Ορθόδοξη Εκκλησία μας εκφράζει την αλήθεια της αιωνιότητος, γιατί μας πηγαίνει απευθείας στον κόσμο της Βασιλείας του Θεού, αφού διασπά τα όρια του φυσικού και μας οδηγεί στη μεταμορφωμένη πραγματικότητα που εικονίζει και γι’ αυτό η τιμή “επί το πρωτότυπον διαβαίνει”.

Βεβαίως χρησιμοποιεί σχήματα και υλικά του κόσμου τούτου, αλλ’ αυτό δεν την εμποδίζει να τονίσει και ν’ αναλύσει το αιώνιο, το αναστάσιμο μήνυμα, ότι ο θάνατος ξεπεράστηκε με το “θανάτω, θ΄ανατον πατήσας”, που ψάλλει και βιώνει η Εκκλησία.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα η Ορθόδοξη εικονογράφηση της Ανάστασης του Χριστού μας με τον γνωστό τίτλο “η εις Άδου Κάθοδος”. Εδώ βλέπουμε το Χριστό μας να πατά σε σταυρό που σχηματίζουν οι θύρες του Άδη, ο διάβολος να είναι δεμένος και με το ένα χέρι να πιάνει τον Αδάμ και με το άλλο την Εύα, ανασταίνοντας έτσι όλο το ανθρώπινο γένος.

Άλλο παράδειγμα Ορθόδοξης απεικόνισης της Αγίας Τριάδος είναι η λεγόμενη Φιλοξενία του Αβραάμ με τους τρεις αγγέλους. Συγκεκριμένα βλέπουμε σ’ αυτή την εικόνα να υποδέχονται ο Αβραάμ και η Σάρρα τους τρεις αγγέλους που κρατούν σκήπτρα – σύμβολα αυθεντίας και εξουσίας – να συνομιλούν και να κάθονται στο ίδιο τραπέζι.

Και ολοκληρώνουμε τα παραδείγματα της Ορθόδοξης εικονογράφησης με τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου. Εδώ βλέπουμε τον Αρχάγγελο Γαβριήλ να κρατά σκήπτρο και όχι κρίνο και να μεταφέρει το χαρμόσυνο μήνυμα στη Θεοτόκο, ότι ο Θεός την διάλεξε για να γεννήσει εν Πνεύματι Αγίω τον Χριστό μας.

Τί είναι τα ιερά και άγια Λείψανα στην Ορθόδοξη Εκκλησία.

Όπου φυλάσσονται Λείψανα Αγίων, υπάρχει ιδιαίτερη Ευλογία Θεού | Σημεία  Καιρών

του Νικολάου Χ. Χριστοδουλάκη, θεολόγου – συγγραφέα

Η Εκκλησία κατά τους αγίους πατέρες είναι θεραπευτήριο ψυχών και σωμάτων.

Κομίζω σ’ αυτήν την αποτυχία και την αμαρτωλότητά μου και μέσα από την Μυστηριακή και Λειτουργική ζωή της, αλλά και με το δικό μου αγώνα κατά των παθών, έρχεται ο φωτισμός του Αγίου Πνεύματος – κι αν είμαστε άξιοι – τελικά η θέωση ή αγιότητα.

Όταν λοιπόν ο πιστός – πάντα μέσα στην Εκκλησία – κατορθώνει με τη χάρη του Θεού και τον προσωπικό του αγώνα να φτάσει στην αγιότητα, τότε δεν αγιάζει μόνο η ψυχή, αλλά και το σώμα του. Τότε έχουμε τα άγια Λείψανα, που ευωδιάζουν ή μυροβλύζουν και που βεβαίως είναι “σημείον” της αιωνιότητας και αθανασίας, που ζούμε μέσα στην Εκκλησία απ’ αυτή τη ζωή.

Τιμούμε λοιπόν τ’ άγια Λείψανα, γιατί στην Ορθόδοξη Εκκλησία ζούμε την Ανάσταση και την αιωνιότητα, κι αυτό επιβεβαιώνεται με τα πολλά σημεία – θαύματα που τα συνοδεύουν.

Είναι χαρακτηριστικό, ότι στο Άγιο Όρος, όταν επισκέπτεσαι ως προσκυνητής τις Ιερές Μονές και τα ιερά προσκυνήματα, οι μοναχοί σου παρουσιάζουν πρώτα τα άγια Λείψανα για να προσκυνήσεις και να λάβεις τη χάρη τους.

Στη χώρα μας δεν υπάρχει Ιερή Μητρόπολη ή ιερό προσκύνημα, που να μην έχει ως θησαυρό και πολύτιμο μαργαρίτη τα ιερά Λείψανα μαρτύρων, ομολογητών, οσίων, νεομαρτύρων αποδεικνύοντας έτσι, ότι η Ορθοδοξία είναι πραγματικά η ιερή κολυμβήθρα του Γένους μας.

Τί είναι οι Δεσποτικές, Θεομητορικές και οι γιορτές των αγίων.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία μας γιορτάζει, γιατί στα πλαίσια του Λειτουργικού χρόνου ζει την Ανάσταση και την αιωνιότητα, ως ο παρατεινόμενος Χριστός στους αιώνες.

Το χθες, το σήμερα και το αύριο η Εκκλησία το ζει και το βιώνει ως συνεχές παρών. Γι’ αυτό και στη Λειτουργική ζωή της ποτέ δεν χρησιμοποιεί Αόριστο, αλλά Ενεστώτα.

Οι γιορτές διακρίνονται σε Δεσποτικές, όταν γιορτάζει τον Χριστό μας, όπως π.χ. τα Χριστούγεννα, το Πάσχα ή την Μεταμόρφωση.

Σε Θεομητορικές, όταν γιορτάζει την Θεοτόκο, όπως π.χ. την Γέννηση, τα Εισόδια, τον Ευαγγελισμό και την Κοίμησή της.

Έχουμε και τις γιορτές των αγίων, που η Εκκλησία ανάλογα με τη ζωή και το μαρτύριό τους, τους ονομάζει Μάρτυρες, Μεγαλομάρτυρες, Ιερομάρτυρες, Οσιομάρτυρες, Ομολογητές, Οσίους και Νεομάρτυρες.

Μάρτυρες ονομάζουμε τους αγίους, που θυσίασαν την ζωή τους, δίνοντας μαρτυρία Χριστού, Μεγαλομάρτυρες, γιατί ήταν επώνυμοι κι έδωσαν μεγάλη μαρτυρία Χριστού, Ιερομάρτυρες γιατί μαρτύρησαν ως κληρικοί, Οσιομάρτυρες γιατί μαρτύρησαν ως μοναχοί.

Ομολογητές ονομάζουμε τους αγίους, που ομολόγησαν με πολλούς τρόπους την πίστη τους στο Χριστό θυσιάζοντας τα πάντα, ακόμα και την ζωή τους.

Οσίους ονομάζουμε τους αγίους, που ήταν μοναχοί ή ασκητές και Νεομάρτυρες, αυτοί που μαρτύρησαν σε νεότερες εποχές για την πίστη του Χριστού και την πατρίδα.

Χαρακτηριστικό ότι όλους τους αγίους και τις αγίες τους γιορτάζει η Εκκλησία την ημέρα που φεύγουν απ’ αυτή την ζωή, γιατί θεωρείται η γενέθλια ημέρα στη Βασιλεία του Θεού, κι όχι την ημέρα της γέννησής τους.

Μόνο στον Χριστό, την Παναγία και τον Τίμιο Πρόδρομο γιορτάζει η Εκκλησία Γενέθλια κι αυτό εξηγείται λόγω της θέσης και της αποστολής τους στο Σχέδιο της Θείας Οικονομίας.

Η σημασία της Ιερωσύνης στην Ορθόδοξη Εκκλησία.

Η Ιερωσύνη σύμφωνα με τον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο. | Διακόνημα

Όπως έχουμε ξανατονίσει ένα από τα επτά Μυστήρια της Εκκλησίας μας είναι αυτό της Ιερωσύνης, το οποίο είναι προαιρετικό.

Εδώ θα πρέπει να επισημάνουμε, ότι με το Βάπτισμά μας, όλοι οι πιστοί έχουμε τη γενική Ιερωσύνη, γι’ αυτό και μπορούμε να τελέσουμε το Βάπτισμα ανάγκης ή αεροβάπτισμα, όταν αυτό επιβάλλεται σε πολύ δύσκολες συνθήκες.

Οι έχοντες την ειδική Ιερωσύνη λέγονται ή ονομάζονται κληρικοί και είναι τρεις οι βαθμοί. Του διακόνου, του πρεσβυτέρου και του επισκόπου, που είναι ο ανώτερος κλήρος, γιατί έχουμε και τον κατώτερο, που είναι ο υποδιάκονος, ο αναγνώστης, ο ιεροψάλτης, ο νεωκόρος, οι οποίοι δεν χειροτονούνται, αλλά χειροθετούνται από τον επίσκοπο ή και τον ηγούμενό τους, αν πρόκειται για μοναχούς.

Η διαφορά χειροτονίας και χειροθεσίας είναι, ότι στην μεν πρώτη έχουμε Μυστήριο της Εκκλησίας, ενώ στη δεύτερη ιερά τελετή.

Η σημασία της Ιερωσύνης είναι τεράστια, γιατί δόθηκε από τον ίδιο τον Χριστό και χωρίς αυτή δεν υπάρχει Εκκλησία. Και τούτο γιατί στην Ορθόδοξη Εκκλησία έχουμε την αποστολική διαδοχή, που ακολουθεί το τρίπτυχο Χριστός-απόστολοι-επίσκοποι.

Όπως δεν νοείται Εκκλησία χωρίς Χριστό, το ίδιο δεν νοείται Εκκλησία χωρίς επίσκοπο.

Γι’ αυτό ο επίσκοπος είναι “εις τόπον και τύπον Χριστού”, όπως μας το παρέδωσε ο μέγας αποστολικός πατέρας Ιγνάτιος ο Θεοφόρος.

Ο επίσκοπος προΐσταται της ευχαριστιακής κοινότητας, ο πρεσβύτερος συνεχίζει το έργο το με ταπείνωση και κατά Χριστόν υπακοή.

Ο διάκονος υπηρετεί τον επίσκοπο και τον πρεσβύτερο και βεβαίως όλη την ευχαριστιακή κοινότητα.

Σημειωτέον, ότι ο επίσκοπος τελεί όλα τα Μυστήρια της Εκκλησίας, ο πρεσβύτερος όλα εκτός αυτό της Ιερωσύνης και ο διάκονος κανένα, αφού όπως φανερώνει και το όνομά του, διακονεί, υπηρετεί και υπακούει τον επίσκοπο, τον πρεσβύτερο κι όλη την ευχαριστιακή κοινότητα.