Η ΠΟΛΙΣ ΕΑΛΩ

29  ΜΑΪΟΥ  1453

Το χρονικό της Άλώσεως της Κωνσταντινούπολης

Κωνσταντινούπολη. Ένας τόπος με μεγάλη ιστορία, ένας τόπος στον οποίο κατά το παρελθόν “χύθηκε” πολύ αίμα.

Σαν σήμερα, 29 Μαΐου 1453, η Κωνσταντινούπολη έπεσε στα χέρια των Οθωμανών Τούρκων.

Η τελευταία λειτουργία στην Αγιά-Σοφιά, ο εμψυχωτικός λόγος του Αυτοκράτορος στους στρατιώτες του και η επιστροφή στα τείχη για το μεγάλο καθήκον. Όλοι, με πλήρη συναίσθηση των στιγμών, αποφασισμένοι να φανούν αντάξιοι του χρέους της ιστορίας, αγωνιζόμενοι ως Έλληνες.

Αλλά ας διαβάσομε τι γράφει σε ένα απόσπασμα του βιβλίου του, ο Γεώργιος Φραντζής: «Η Πόλις εάλω – Το χρονικό της πολιορκίας και η Άλωση της Κωνσταντινούπολης», Εκδόσεις Λιβάνη, 1993).

«Αι προπαρασκευαί των τούρκων διά την τελική εξόρμησιν κατά της Κωνσταντινουπόλεως έχουν ολοκληρωθή και αναμένεται μόνον το σύνθημα του σουλτάνου. Ο Κωνσταντίνος ΙΑ’ διέταξε να γίνη την ημέραν αυτήν μεγάλη λειτουργία εις τον ναόν της Αγίας Σοφίας, και αφού μετέλαβε των Αχράντων Μυστηρίων, αποχαιρέτισε εν μέσω λυγμών και δακρύων τους οικείους και συμπολεμιστάς του.

“Υμείς μεν, ευγενέστατοι άρχοντες και εκλαμπρότατοι δήμαρχοι και στρατηγοί και γενναιότατοι συστρατιώται και πας ο πιστός και τίμιος λαός, καλώς οίδατε ότι έφθασεν η ώρα … στήτε ανδρείως και μετά γενναίας ψυχής … Παραδίδωμι δε υμίν την εκλαμπροτάτην και περίφημον ταύτην Πόλιν και πατρίδα ημών και Βασιλεύουσαν των Πόλεων. Καλώς ουν οίδατε, αδελφοί, ότι διά τέσσαρά τινα οφειλέται κοινώς εσμέν πάντες ίνα προτιμήσωμεν αποθανείν μάλλον ή ζήν· πρώτον μεν υπέρ της πίστεως ημών και ευσεβείας, δεύτερον δε υπέρ της πατρίδος, τρίτον δε υπέρ του βασιλέως ως χριστού κυρίου, και τέταρτον υπέρ συγγενών και φίλων… Λοιπόν, αδελφοί και συστρατιώται, κατά νουν ενθυμήθητε ίνα το μνημόσυνον υμών και η μνήμη και η φήμη και η ελευθερία αιωνίως γενήσηται.».

Μετέβη κατόπιν εις την πύλην του Ρωμανού, που ήτο το ασθενέστερον σημείον, και καθ’ όλην την νύκτα, παρέμεινε άγρυπνος, αναμένων τον εχθρόν εις την θέσιν ην είχε προκαθορίσει διά τον εαυτόν του”.

Κείμενο: «Λόγος του Αυτοκράτoρος Κωνσταντίνου ΙΑ’ Παλαιολόγου προς τους συμπολεμιστές του, κατά την μαρτυρία του Φραντζή».

«Η Πόλις εάλω – Το χρονικό της πολιορκίας και η Aλωση της Κωνσταντινούπολης – 29 Μαΐου 1453»

Ο πρωτοβεστιάριος, δηλαδή αρχιθαλαμηπόλος, Γεώργιος Φραντζής ή Σφραντζής (1401-1480), ήταν ο μοναδικός Βυζαντινός ιστορικός και αυτόπτης μάρτυρας της κοσμοϊστορικής κατάληψης της Πόλης από τους Τούρκους. Διαβάστε την μοναδική στη ιστορία αφήγηση για τις τελευταίες στιγμές της Βασιλεύουσας:

«Οι δυστυχείς Ρωμαίοι, αφού άκουσαν τα λόγια του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Παλαιολόγου έσφιξαν την καρδιά τους, αγκα­λιάστηκαν και έκλαιγαν όλοι μαζί. Κανένας δεν έφερνε πια στη μνήμη του τα αγαπημένα του παι­διά, τη γυναίκα και την περιουσία του, αλλά ήθε­λαν όλοι να πεθάνουν για τη σωτηρία της πατρίδας τους. Ύστερα γύρισαν στις θέσεις τους για να φυλάξουν τα τείχη της πόλης.

Ο αυτοκράτορας πήγε αμέσως στον ιερό ναό της Αγίας Σοφίας, προσευχήθηκε με δάκρυα στα μάτια και κοινώνη­σε των αχράντων μυστηρίων. Το ίδιο έκαναν και πολλοί άλλοι εκείνη τη νύχτα. Έπειτα γύρισε στα ανάκτορα και ζήτησε συγνώμη από όλους.

Ποιος μπορεί να περιγράψει αυτήν τη στιγμή τους θρή­νους και τους οδυρμούς που ακούστηκαν τότε στο παλάτι; Κανένας άνθρωπος δε θα μπορούσε να μείνει ασυγκίνητος, ακόμα κι αν ήταν από ξύλο ή από πέτρα.

Ύστερα ανεβήκαμε στα άλογά μας, βγήκαμε από τα ανάκτορα και κάναμε επιθεώρηση στα τεί­χη για να ενθαρρύνουμε τους φρουρούς που κρα­τούσαν άγρυπνοι τις θέσεις τους.

Εκείνη τη νύχτα όλοι βρίσκονταν στα τείχη και τους πύργους, ενώ είχαμε κλείσει προσεκτικά όλες τις πύλες ώστε να μην μπορεί να μπει ή να βγει κανένας.

Όταν φτά­σαμε στην Καλιγαρία, την ώρα που λαλούσαν για πρώτη φορά τα κοκόρια, ξεπεζέψαμε και ανεβή­καμε στον πύργο. Από εκεί ακούγαμε φωνές και δυνατό θόρυβο έξω από την πόλη. Οι φύλακες μας είπαν ότι αυτό γινόταν όλη τη νύχτα επειδή οι εχθροί έσερναν τις πολεμικές μηχανές τους κο­ντά στην τάφρο, προετοιμαζόμενοι για την επίθε­ση. Επίσης τα μεγάλα εχθρικά πλοία άρχισαν να κινούνται, προσπαθώντας να φέρουν στην ακτή τις γέφυρες που είχαν κατασκευάσει.

Οι Τούρκοι άρχισαν με μεγάλη σφοδρότητα και ορμή την επί­θεση τη στιγμή που λαλούσαν τα κοκόρια για δεύ­τερη φορά, χωρίς να δώσουν κανένα σύνθημα, όπως είχαν κάνει και τις προηγούμενες φορές.

Ο σουλτάνος διέταξε να επιτεθούν πρώτοι οι λιγότε­ρο έμπειροι, μερικοί ηλικιωμένοι και αρκετοί νέοι, ώστε να μας κουράσουν, και στη συνέχεια να ρι­χτούν εναντίον μας οι πιο έμπειροι και γενναίοι με μεγαλύτερη τόλμη και δύναμη.

Έτσι λοιπόν ο πό­λεμος άναψε σαν καμίνι. Οι δικοί μας αντιστέκο­νταν με πείσμα, χτυπούσαν άγρια τους εχθρούς και τους γκρέμιζαν κάτω από τα τείχη, καταστρέ­φοντας συγχρόνως και πολλές από τις πολιορκη­τικές τους μηχανές. Οι νεκροί ήταν πολλοί και από τις δυο πλευρές, ιδίως όμως από το εχθρικό στρα­τόπεδο.

Μόλις άρχισαν να σβήνουν τα άστρα του ουρανού, καθώς προχωρούσε το φως της μέρας κι εμφανίστηκε στην ανατολή η ροδοδάχτυλη αυγή, όλο το πλήθος του εχθρού παρατάχθηκε σε μια σειρά που έφτανε από τη μια μέχρι την άλλη άκρη της πόλης. Ακούστηκαν τότε τα τύμπανα, οι σάλ­πιγγες και τα υπόλοιπα πολεμικά όργανα με φω­νές και αλαλαγμούς, ενώ τα κανόνια άρχισαν να ρίχνουν όλα μαζί. Τότε όλοι οι Τούρκοι όρμησαν από ξηρά και από θάλασσα στα τείχη και άρχισαν τη συμπλοκή μαζί μας. Οι πιο θαρραλέοι έστησαν σκάλες, ανέβηκαν πάνω σ’ αυτές και έριχναν αδιά­κοπα τα βέλη τους εναντίον των δικών μας.

Η φρικτή και αμφίρροπη μάχη κράτησε δύο ώρες και φαινόταν ότι οι χριστιανοί θα έπαιρναν πάλι τη νίκη. Τα πλοία που μετέφεραν τις σκάλες και τις κινητές γέφυρες αποκρούστηκαν από τα παρα­θαλάσσια τείχη και αναγκάστηκαν να γυρίσουν πίσω άπρακτα. Οι πολεμικές μηχανές, που έρι­χναν πέτρες από τα τείχη της πόλης, σκότωσαν πολλούς αγαρηνούς. Αλλά και εκείνοι που ήταν στην ξηρά έπαθαν τα ίδια και χειρότερα.

Ήταν πολύ παράδοξο θέαμα να βλέπει κανείς τον ήλιο και τον ουρανό σκεπασμένους από ένα σύννεφο σκόνης και καπνού. Οι δικοί μας έκαιγαν τις ε­χθρικές πολεμικές μηχανές με το «υγρό πυρ», γκρέμιζαν τις σκάλες με όσους βρίσκονταν πάνω τους και σκότωναν αυτούς που επιχειρούσαν να ανεβούν στα τείχη με μεγάλες πέτρες, ακόντια, πυροβόλα και τόξα. Όπου έβλεπαν συγκεντρωμέ­νους Τούρκους, τους χτυπούσαν με μεγάλα τηλε­βόλα, σκοτώνοντας και πληγώνοντας πολλούς.

Οι εχθροί απηύδησαν τόσο πολύ από τη σθεναρή α­ντίσταση που συναντούσαν, ώστε θέλησαν να κά­νουν λίγο πίσω για να ξεκουραστούν, αλλά οι τσαούσηδες και οι ραβδούχοι της τουρκικής Αυ­λής τους χτυπούσαν με σιδερένια ραβδιά και βούνευρα για να μην υποχωρήσουν. Ποιος μπο­ρεί να περιγράψει τις κραυγές και τα βογκητά των τραυματιών και στα δύο στρατόπεδα; Ο θόρυβος και οι φωνές τους έφταναν μέχρι τον ουρανό. Με­ρικοί από τους δικούς μας, που έβλεπαν τους ε­χθρούς να υποφέρουν, τους φώναζαν: «Τι κάνετε συνεχώς επιθέσεις, αφού δεν μπορείτε να μας νι­κήσετε;» Εκείνοι τότε, προσπαθώντας να δείξουν τη γενναιότητα τους, ανέβαιναν πάλι στις σκάλες. Οι πιο τολμηροί σκαρφάλωναν στους ώμους των άλλων και οι επόμενοι τους μιμούνταν, για να μπορέσουν να φτάσουν στην κορυφή του τείχους.

Ο Κωνσταντίνος ΙΑ ο Παλαιολόγος (1404 – 29 Μαΐου 1453) ή ο επονομαζόμενος Μαρμαρωμένος Βασιλιάς ήταν ο τελευταίος αυτοκράτορας του οποίου η ηρωική αντίσταση κατά των Οθωμανών σφράγισε τις ύστατες στιγμές της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

Οι σκληρότερες μάχες έγιναν στις πύλες, όπου οι αντίπαλοι συγκρούονταν με τα σπαθιά στα χέρια και οι νεκροί ήταν αμέτρητοι. Όταν η παράταξη μας άρχισε να υποχωρεί, τότε πετάχτηκαν μπρο­στά ο Θεόφιλος Παλαιολόγος και ο Δημήτριος Καντακουζηνός, δύο γενναίοι άντρες που έτρε­ψαν τους αγαρηνούς σε φυγή, τους γκρέμισαν κά­τω από τα τείχη και τους σκόρπισαν. Συγχρόνως έτρεξαν σε βοήθεια κι άλλοι δικοί μας, ενώ ο αυτοκράτορας που βρέθηκε εκεί έφιππος τους ενε­θάρρυνε και τους παρακινούσε να πολεμάνε με σθένος, λέγοντας: «Συμπολεμιστές και αδέρφια μου, σας παρακαλώ στο όνομα του Θεού να κρα­τάτε τη θέση σας με γενναιότητα. Βλέπω ότι το πλήθος των εχθρών άρχισε να κουράζεται και να διασκορπίζεται. Δε μας χτυπούν πλέον με τάξη και σύστημα. Ελπίζω στο Θεό ότι η νίκη είναι δική μας. Να νιώθετε λοιπόν χαρά επειδή το στε­φάνι της νίκης θα είναι δικό μας τόσο στη γη όσο και στον ουρανό. Ο Θεός βρίσκεται στο πλευρό μας και προκαλεί δειλία στους άπιστους».

Τη στιγμή που μιλούσε ο αυτοκράτορας, ο Ιω­άννης Ιουστινιάνης πληγώθηκε από βέλος στο πά­νω μέρος του δεξιού του ποδιού. Αυτός ο τόσο έμπειρος πολεμιστής, στον πόλεμο, βλέποντας το αίμα να τρέχει από το σώμα του, έγινε κίτρινος από φόβο. Έχασε αμέσως το θάρρος του, σταμά­τησε να αγωνίζεται και έτρεξε να βρει γιατρό σιω­πηλός, χωρίς να σκέφτεται την ανδρεία και την καρτερικότητα που είχε δείξει μέχρι τότε. Δεν εί­πε όμως τίποτα στους συντρόφους του ούτε άφησε κανέναν αντικαταστάτη, για να μην προκληθεί σύγχυση που θα μπορούσε να αποβεί μοιραία. Οι στρατιώτες του τον αναζήτησαν με το βλέμμα και, μαθαίνοντας ότι είχε φύγει, καταλήφθηκαν από ταραχή και φόβο. Ευτυχώς, ο αυτοκράτορας που βρέθηκε εκεί κατά τύχη, τους είδε ταραγμένους και φοβισμένους σαν τα κυνηγημένα πρόβατα και θέλησε να μάθει την αιτία. Όταν λοιπόν είδε το στρατηγό του Ιουστινιάνη να φεύγει, τον πλη­σίασε και του είπε: «Γιατί το έκανες αυτό, αδερφέ μου; Γύρνα πίσω στη θέση σου. Η πληγή είναι ασήμαντη και η παρουσία σου απαραίτητη. Η πό­λη στηρίζεται σε σένα για να σωθεί». Του είπε και άλλα πολλά, αλλά εκείνος δεν έδωσε απάντηση. Αντίθετα, έφυγε και πήγε στο Πέραν, όπου πέθα­νε ντροπιασμένος από λύπη για την περιφρόνηση των άλλων.

Οι Τούρκοι όμως είδαν την ταραχή των δικών μας και πήραν θάρρος. Ο Σογάν πασάς κέντρισε με κατάλληλα λόγια τη φιλοτιμία των γενιτσάρων και των άλλων στρατιωτών, ενώ ένας γιγαντόσωμος γενίτσαρος που λεγόταν Χασάν και καταγόταν από το Λουπάδι της Κυζίκου έβα­λε με το αριστερό χέρι την ασπίδα πάνω από το κεφάλι του, τράβηξε με το δεξί το σπαθί, ανέβηκε στο σημείο του τείχους όπου είχαν αρχίσει να υ­ποχωρούν οι δικοί μας και ρίχτηκε πάνω τους. Τον Χασάν ακολούθησαν περίπου άλλοι 30 Τούρ­κοι που θέλησαν να φανούν εξίσου γενναίοι. Όσοι από τους δικούς μας είχαν απομείνει εκεί έριξαν τεράστιες πέτρες και βέλη εναντίον τους, γκρεμί­ζοντας τους 18 κάτω από τα τείχη, αλλά ο Χασάν κατάφερε να ανεβεί και να τρέψει σε φυγή τους χριστιανούς.

Μετά την επιτυχία του, πολλοί άλλοι Τούρκοι βρήκαν την ευκαιρία να τον ακολουθή­σουν και να σκαρφαλώσουν στα τείχη, αφού οι ελάχιστοι δικοί μας δεν κατάφεραν να τους εμπο­δίσουν. Πολέμησαν όμως με θάρρος και σκότωσαν πολλούς. Κατά τη διάρκεια της συμπλοκής ο Χα­σάν χτυπήθηκε από πέτρα και έπεσε κάτω. Μόλις τον είδαν οι δικοί μας πήραν θάρρος και τον λιθοβολούσαν από όλες τις πλευρές. Εκείνος σηκώ­θηκε στα γόνατα και συνέχισε να πολεμά, αλλά το δεξί του χέρι δέχτηκε αμέτρητα τραύματα από βέλη και έπεσε παράλυτο. Στη σύγκρουση αυτή σκοτώθηκαν και πληγώθηκαν πολλοί Τούρκοι, οι οποίοι μεταφέρθηκαν πίσω στο στρατόπεδο. Το πλήθος όμως εκείνων που είχαν ανεβεί στα τείχη διασκόρπισε τους δικούς μας, που εγκατέλειψαν το εξωτερικό και έτρεξαν μέσα στην πόλη με τόση βία ώστε ο ένας πατούσε τον άλλο.

Καθώς συνέ­βαιναν αυτά, ακούστηκαν φωνές από μέσα, από έξω και από το μέρος του λιμανιού: «Έπεσε το φρούριο. Στους πύργους στήθηκαν σημαίες και λάβαρα». Οι φωνές αυτές έτρεψαν σε φυγή τους δικούς μας, ενώ έδωσαν καινούριο θάρρος στους εχθρούς που άρχισαν να ανεβαίνουν στα τείχη άφοβα και με αλαλαγμούς χαράς. Όταν ο δυστυχισμένος αυτοκράτορας και δε­σπότης μου είδε αυτό το θέαμα, παρακαλούσε το Θεό με δάκρυα στα μάτια και παρακινούσε τους στρατιώτες να φανούν γενναίοι. Δυστυχώς, όμως, δεν υπήρχε πλέον καμιά ελπίδα βοήθειας ή συ­μπαράστασης. Τότε τσίγκλησε το άλογό του, έφτα­σε στο σημείο από όπου οι εχθροί έμπαιναν στην πόλη και ρίχτηκε πάνω τους όπως ο Σαμψών κατά των αλλοφύλων. Στην πρώτη του επίθεση τους γκρέμισε όλους κάτω από τα τείχη, πράγμα που φάνηκε σαν θαύμα σε όσους το είδαν. Μουγκρί­ζοντας σαν λιοντάρι και κρατώντας το σπαθί στο δεξί του χέρι, έσφαξε τόσους πολλούς Τούρκους ώστε το αίμα έτρεχε σαν ποτάμι από τα χέρια και τα πόδια του.

Ο Φραγκίσκος Τολέντο, φάνηκε ανώτερος ακόμα και από τον Αχιλλέα. Πολεμώντας στα δεξιά του αυτοκράτορα, κομμάτιαζε τους εχθρούς με δόντια και με νύχια. Το ίδιο έκανε και ο Θεόφιλος Παλαιολόγος. Βλέποντας τον αυτοκράτορα να αγω­νίζεται για να σώσει την πόλη που κινδύνευε, φώναξε κλαίγοντας: «Καλύτερα να πεθάνω παρά να ζήσω». Ύστερα όρμησε κραυγάζοντας πάνω στους εχθρούς και σκότωσε ή έτρεψε σε φυγή όσους βρέ­θηκαν μπροστά του. Ο Ιωάννης Δαλμάτης, που βρέθηκε κι αυτός στο ίδιο μέρος, πολεμούσε με ηρωισμό σαν γενναίος στρατιώτης που ήταν.

Ό­σοι βρέθηκαν στο πεδίο της μάχης θαύμασαν την τόλμη και την ανδρεία των εξαιρετικών εκείνων ανδρών. Οι επιθέσεις επαναλήφθηκαν δύο και τρεις φορές, μέχρι που κατάφεραν να τρέψουν τους απίστους σε φυγή, να σκοτώσουν πολλούς και να γκρεμίσουν άλλους κάτω από τα τείχη.

Οι στρατιώτες μας πολέμησαν με μεγάλη γενναιότητα και στο τέλος έπεσαν νεκροί, αφού προηγουμένως είχαν προξενήσει τεράστιες απώλειες στους ε­χθρούς. Πολλοί άλλοι σκοτώθηκαν επίσης κοντά στην Πύλη του Αγίου Ρωμανού, όπου οι εχθροί είχαν στήσει τη μεγάλη ελέπολη και το φοβερό κανόνι, με τα οποία γκρέμισαν τα τείχη και κατάφεραν να πρωτομπούν στην πόλη. Τη στιγμή εκεί­νη εγώ δε βρισκόμουν κοντά στον αυτοκράτορα και δεσπότη μου, επειδή είχα πάει να επιθεωρήσω ένα άλλο σημείο της πόλης, σύμφωνα με τη διατα­γή του.

Όταν μπήκαν οι εχθροί στην Πόλη, έδιωξαν τους χριστιανούς που είχαν απομείνει στα τείχη με τηλεβόλα, βέλη, ακόντια και πέτρες. Έτσι έγι­ναν κύριοι ολόκληρης της Κωνσταντινούπολης, εκτός των πύργων του Βασιλείου, του Λέοντος και του Αλεξίου, τους οποίους κρατούσαν οι ναύ­τες από την Κρήτη που πολέμησαν από τις 6 μέχρι τις 8 το απόγευμα και σκότωσαν πολλούς Τούρ­κους.

Βλέποντας το πλήθος των εχθρών που είχαν κυριεύσει την πόλη, δεν ήθελαν να παραδοθούν, αλλά έλεγαν ότι προτιμούσαν να πεθάνουν παρά να ζήσουν. Κάποιος Τούρκος ειδοποίησε τότε το σουλτάνο για την ηρωική άμυνά τους κι εκείνος συμφώνησε να τους επιτρέψει να φύγουν με το πλοίο και όλα τα πράγματα που είχαν μαζί τους. Παρά τις υποσχέσεις του όμως, ο σουλτάνος με πολύ κόπο κατάφερε να τους πείσει να αφήσουν τους πύργους και να φύγουν. Δύο αδέρφια, οι Ιταλοί Παύλος και Τρωίλος, πολέμησαν με γεν­ναιότητα μαζί με αρκετούς άλλους στη θέση που είχαν αναλάβει. Κατά τη διάρκεια του αγώνα τους σκοτώθηκαν πολλοί κι από τις δυο πλευρές. Σε μια στιγμή ο Παύλος είδε τους εχθρούς μέσα στην πόλη και είπε στον αδερφό του: «Χάθηκαν τα πά­ντα. Κρύψου ήλιε και θρήνησε γη. Η Πόλη έπεσε. Ανώφελο πια να πολεμάμε. Ας κοιτάξουμε τουλά­χιστον να σωθούμε εμείς οι ίδιοι».

Έτσι οι Τούρκοι έγιναν κύριοι της Κωνσταντι­νούπολης την Τρίτη 29 Μαΐου 1453, στις δυόμισι το μεσημέρι.

Άρπαζαν και αιχμαλώτιζαν όσους έβρισκαν μπροστά τους, έσφαζαν όσους επιχει­ρούσαν να αντισταθούν και σε ορισμένα μέρη δε διακρινόταν η γη από τα πολλά πτώματα που ήταν πεσμένα κάτω. Το θέαμα ήταν φρικτό. Παντού ακούγονταν θρήνοι και παντού γίνονταν αρπαγές γυναικών όλων των ηλικιών. Αρχόντισσες, νέες κοπέλες και καλόγριες σέρνονταν από τα μαλλιά έξω από τις εκκλησίες όπου είχαν καταφύγει, ενώ έκλαιγαν και οδύρονταν.

Ποιος μπορούσε να πε­ριγράψει τα κλάματα και τις φωνές των παιδιών ή τη βεβήλωση των ιερών εκκλησιών; Το άγιο σώμα και αίμα του Χριστού χυνόταν στη γη. Οι Τούρκοι άρπαζαν τα ιερά σκεύη, τα έσπαζαν ή τα κρατού­σαν για λογαριασμό τους. Το ίδιο έκαναν και με τα ιερά αναθήματα. Ποδοπατούσαν τις άγιες εικό­νες, τους αφαιρούσαν το χρυσάφι, το ασήμι και τους πολύτιμους λίθους, και έφτιαχναν με αυτές κρεβάτια και τραπέζια. Άλλοι στόλιζαν τα άλογα τους με τα χρυσοΰφαντα μεταξωτά άμφια των ιε­ρέων και άλλοι τα έκαναν τραπεζομάντιλα. Άρπαζαν τα πολύτιμα μαργαριτάρια από τα άγια κει­μήλια, καταπατούσαν τα ιερά λείψανα των αγίων και, σαν πραγματικοί πρόδρομοι του διαβόλου, έκαναν αμέτρητα ανοσιουργήματα, που μόνο το θρήνο μπορούν να προκαλέσουν.

Χριστέ, βασιλιά μου, οι αποφάσεις Σου ξεπερνάνε το μυαλό του ανθρώπου! Μέσα στην απέραντη εκκλησία της Α­γίας Σοφίας, τον επίγειο ουρανό, το θρόνο της δόξας του Θεού, το άρμα των Χερουβείμ, το θείο δημιούργημα, το αξιοθαύμαστο κατασκεύασμα, το στολίδι της γης, τον ωραιότερο από όλους τους ναούς, έβλεπε κανείς τους Τούρκους να τρώνε και να πίνουν στο Ιερό Βήμα και στην Αγία Τρά­πεζα ή να ασελγούν πάνω σε γυναίκες, νέες κοπέ­λες και μικρά παιδιά. Ποιος μπορούσε να μείνει ασυγκίνητος και να μη θρηνήσει για την άγια εκ­κλησία μας; Όλοι πονούσαν από το κακό που έβλε­παν.

Στα σπίτια θρήνοι και κλάματα, στους δρό­μους οδυρμοί, στις εκκλησίες αντρικές κραυγές πόνου, γυναικεία μοιρολόγια, βαρβαρότητες, φό­νοι και βιασμοί. Οι ευγενείς ατιμάζονταν και οι πλούσιοι έχαναν τις περιουσίες τους. Σε όλες τις πλατείες και τις γωνιές της πόλης γίνονταν αμέ­τρητα κακουργήματα. Κανένα μέρος ή καταφύγιο δε γλίτωσε από την έρευνα και τη βεβήλωση. Οι άπιστοι έσκαψαν κήπους και γκρέμισαν σπίτια για να βρουν χρήματα ή κρυμμένους θησαυρούς. Όσα βρήκαν, τα πήραν για να χορτάσουν την απληστία τους.

Χριστέ, βασιλιά μου, γλίτωσε από τη θλίψη και τον πόνο όλες τις πόλεις και τις χώρες όπου κατοικούν χριστιανοί. Την τρίτη μέρα μετά την άλωση ο σουλτάνος έδωσε εντολή να γίνουν γιορτές και πανηγύρια για τη μεγάλη νίκη, και διέταξε να βγουν έξω ελεύθερα και άφοβα όσοι ήταν κρυμμένοι σε διά­φορα μέρη της Πόλης, μικροί και μεγάλοι. Διέταξε επίσης να γυρίσουν στα σπίτια τους όσοι είχαν φύγει εξαιτίας του πολέμου και να ζήσουν εκεί όπως πριν, σύμφωνα με το δίκαιο και τη θρησκεία τους. Ακόμα, έδωσε διαταγή να εκλέξουν πα­τριάρχη σύμφωνα με τα έθιμα τους, αφού ο προη­γούμενος πατριάρχης είχε πεθάνει.

Οι αρχιερείς και οι ελάχιστοι άλλοι κληρικοί και λαϊκοί που έτυχε να βρίσκονται στην πόλη διάλεξαν για το αξίωμα αυτό τον Γεώργιο Σχολάριο, που ήταν έ­νας πολύ καλλιεργημένος πολίτης, τον οποίο χει­ροτόνησαν πατριάρχη και τον ονόμασαν Γεννά­διο».

Τα χρόνια πριν την άλωση

Η πολιορκία της ξεκίνησε στις αρχές Απριλίου της ίδιας χρονιάς από τους Οθωμανούς.

Το Βυζάντιο μετά την άλωση του από τους Σταυροφόρους το 1204 δεν μπόρεσε να επανέλθει στην προ της Σταυροφορίας κατάστασή του. Ωστόσο, μέχρι και τον πόλεμο της Παλαιολόγειας δυναστείας, που έγινε στα μέσα του 14ου αιώνα, υπήρχε μια αξιόλογη εδαφική επέκταση, η οποία περιελάμβανε σημαντικούς πόρους.

Παράλληλα την ίδια περίοδο η Οθωμανική Αυτοκρατορία εξαπλώνεται ραγδαία και από ένα μικρό κρατίδιο καταλήγει σε μια Αυτοκρατορία με μεγάλη δύναμη στα χέρια της.

Τον 15ο αιώνα, και συγκεκριμένα τον Οκτώβριο του 1448, πέθανε ο αυτοκράτορας Ιωάννης Ή ο Παλαιολόγος και τον διαδέχτηκε ο αδερφός του Κωνσταντίνος ΙΑ’ Παλαιολόγος.

Ο αυτοκράτορας είχε πολλά προσόντα και το βασικό του μέλημα, όταν ανέβηκε στο θρόνο, ήταν ο προσεταιρισμός των Βαλκανικών δυνάμεων. Ήθελε να αντιμετωπίσει τους Οθωμανούς, αν και αυτή την περίοδο η αυτοκρατορία είχε μεγάλη δύναμη στα χέρια της.

Από την άλλη πλευρά, το 1451 πεθαίνει ο σουλτάνος Μουράτ Β’ και τον διαδέχτηκε ο γιος του Μωάμεθ Β’. Ο Μωάμεθ Β’ από την αρχή της θητείας του άρχισε να προγραμματίζει την επίθεση και την εξάπλωση του προς την Κωνσταντινούπολη.

Η πρόφαση για να ξεκινήσει αυτή η αναμέτρηση ήταν η αποστολή αντιπροσώπου από τη Κωνσταντινούπολη στο σουλτάνο για να του υπενθυμίσει ότι στη Πόλη παραμένει φρουρούμενος ο πρίγκιπας Ορχάν, ο οποίος ήταν διεκδικητής του Οθωμανικού θρόνου, και ζητώντας τους διπλάσια χρήματα από αυτό που είχε συμφωνηθεί. Ο Μωάμεθ αρνήθηκε να πληρώσει το χρηματικό ποσό στον Παλαιολόγο.

Η προετοιμασία για την μάχη

Το πρώτο βήμα του Σουλτάνου ήταν να κατασκευάσει το 1452 ένα κάστρο στο Βόσπορο. Είχε πανηγυρικό χαρακτήρα αυτό το κάστρο για τους Οθωμανούς.

Οι πολίτες της Κωνσταντινούπολης καταλάβαιναν πλέον ότι ο χρόνος άρχισε να μετράει αντίστροφα για την μεγάλη μάχη. Γι’ αυτό τον λόγο κάποιοι προσπάθησαν να εμποδίσουν την κατασκευή του κάστρου, αλλά οι προσπάθειες τους ήτανε μάταιες.

Με το τέλος της κατασκευής του, ο σουλτάνος εγκατέστησε φρουρά 400 ανδρών, καθώς και κανόνια. Επίσης, ζήτησε κάθε πλοίο που θα περνούσε από το Βόσπορο να πληρώνει υποχρεωτικά δασμό. Υπήρχαν ωστόσο οι περιπτώσεις που τα πλοία δεν δέχτηκαν να πληρώσουν τους δασμούς και ο στόλος τους καταδικάστηκε σε θάνατο.

Παράλληλα, στη Κωνσταντινούπολη η κατάσταση ήταν άσχημη. Τα ταμεία του κράτους ήταν άδεια και από τις επαρχίες κατέφθαναν κάτοικοι για να προσπαθήσουν να βρουν πόρους για την επισίτιση τους. Πίστευαν ότι η λύση στα προβλήματα τους θα ήταν η βοήθεια από την καθολική Ευρώπη.

Ο λαός και ο κλήρος ασκούσε πιέσεις απέναντι στον αυτοκράτορα για την μη ένωση των εκκλησιών. Ο Κωνσταντίνος ζήτησε από τον Πάπα να του στείλει ιερείς, που μέσω του λόγου θα μπορούσαν να πείσουν τον λαό της Κωνσταντινούπολης. Εν τέλει, τον Δεκέμβριο του 1452 κηρύχθηκε η ένωση αυτή.

Από τις αρχές του 1453 ο Μωάμεθ άρχισε να προετοιμάζεται για την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης.

Εγκατέστησε στην Ανδριανούπολη στρατό 150.000 ανδρών και 400 πολεμικών πλοίων. Επίσης, αυτό που ξεχώριζε ήταν ένα τεράστιο κανόνι, του οποίου ο κατασκευαστής ήταν ένας Ούγγρος. Λέγεται ότι αυτός ο μηχανικός είχε πάει αρχικά στη Κωνσταντινούπολη να φτιάξει αυτό το σύγχρονο για την εποχή κανόνι, αλλά επειδή η Κωνσταντινούπολη δεν είχε τους πόρους για να τον πληρώσει, πήγε στον Μωάμεθ που του έδωσε τα τετραπλάσια χρήματα.

Απρίλιος του 1453.

Αρχικά, στις 2 Απριλίου κλείνει με αλυσίδα η είσοδος του Κεράτιου Κόλπου, καθώς καταστρέφονται οι γέφυρες της τάφρου που έκλειναν τις πύλες της πόλης. Στις 5 Απριλίου κατέφθασε ο Σουλτάνος στη Πόλη και άρχισε την πολιορκία με όλους τους τρόπους και όλα τα μέσα, από στεριά και θάλασσα.

Η Πόλη, από την άλλη, παρά τη μεγάλη της έκταση, μπόρεσε και αντέταξε μονάχα 4.773 άτομα χωρίς τους ξένους. Στις 6 Απριλίου ξεκίνησαν οι κανονιοβολισμοί εναντίον της. Την επόμενη μέρα ο σουλτάνος έστησε απέναντι από την πύλη του Αγίου Ρωμανού την σκηνή του, όπως ακριβώς την είχε στήσει και ο πατέρας του το 1422. Τα στρατεύματα του παρατάχθηκαν κατά μήκος των χερσαίων τειχών.

Στις 12 Απριλίου ξεκινά ξανά ο μαζικός βομβαρδισμός των τειχών της πόλης. Αλλά δεν είχε αποτέλεσμα αυτή η κίνηση, καθώς λόγω της βροχόπτωσης τα κανόνια γλιστρούσαν μέσα στις λάσπες. Τέλη Απριλίου, παρά τις συνεχείς επιθέσεις από στεριά και θάλασσα, δεν υπήρξε κανένα αποτέλεσμα ακόμα για τους Οθωμανούς.

Μεταξύ 1-10 Μαΐου οι κανονιοβολισμοί συνεχίζονται αμείωτα. Οι Γενουάτες, σύμμαχοι των χριστιανών, προδίδουν τους αμυντικούς σχηματισμούς στους Οθωμανούς. Επιπλέον, αρχίζει να γίνεται αισθητή η έλλειψη τροφίμων μέσα από τα τείχη, καθώς και η εξάντληση του πολιορκημένου λαού.

Ένα μπριγκαντίνι (είδος πλοίου) με πλήρωμα 12 ανδρών, που ήταν μεταμφιεσμένοι σε Οθωμανούς εθελοντές, φεύγει από την Πόλη και κατευθύνεται προς το Αιγαίο ελπίζοντας ότι θα συναντήσουν βενετικά πλοία για να τους βοηθήσουν.

Στα μέσα Μαΐου οι Οθωμανοί προσπάθησαν να κάνουν τούνελ κάτω από τα τείχη, ωστόσο οι Βυζαντινοί, που λέγεται ότι είχαν επικεφαλής τον Γερμανό Γιόχαν Γκαρντ, εξουδετέρωσαν όλες τις επιθέσεις σ’ εκείνα τα σημεία.

Λέγεται πως στις 24 Μαΐου του ίδιου χρόνου, σε λιτανεία που πραγματοποιήθηκε στη Πόλη, γλίστρησε η εικόνα της Παναγίας από το βάθρο και με πολύ δυσκολία την έβαλαν ξανά στην θέση της. Ο καιρός ήταν πολύ άστατος με δυνατή βροχή και χαλάζι και κάποια παράξενα φώτα εμφανίστηκαν πίσω από τον τρούλο της Αγίας Σοφίας και από τα οθωμανικά στρατεύματα, σαν οιωνός.

Στις 29 Μαΐου του 1453 τα ξημερώματα, ξεκινάει η φοβερή επίθεση των Οθωμανών.

Οι υπερασπιστές αντιστέκονταν σθεναρά απέναντι τους με κάθε τρόπο. Λίγο πριν την ανατολή του ηλίου από την ιστορική Κερκόπορτα οι πρώτοι Οθωμανοί εισβάλλουν στη Πόλη. Ο αυτοκράτορας δείχνοντας την αγάπη του για την Κωνσταντινούπολη πέταξε τα αυτοκρατορικά εμβλήματα και με άλλους γενναίους άνδρες όρμησαν προς τους εχθρούς. Από τότε δεν τον είδε ξανά κανείς.

Μέχρι το τέλος της ημέρας όλα είχαν τελειώσει, η Πόλη έπεσε στα χέρια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Σύμφωνα με τον βυζαντινό ιστορικό Κριτόβουλο: “[…] τρέχουν [οι Οθωμανοί στρατιώτες], άλλοι στα σπίτια των πλουσίων […] για να αρπάξουν […], άλλοι για να λεηλατήσουν τις εκκλησίες και άλλοι στα σπίτια των απλών ανθρώπων […] λεηλατώντας […], σκοτώνοντας, βρίζοντας, παίρνοντας αιχμαλώτους άνδρες, γυναίκες, παιδιά, γέρους, νέους, ιερείς, μοναχούς, με απλά λόγια ανθρώπους κάθε κατηγορίας και κάθε ηλικίας […]”.

Ο απολογισμός ήτανε τραγικός, χιλιάδες νεκροί και αιχμάλωτοι. Είναι δύσκολο να υπολογιστεί με ακρίβεια ο αριθμός, διότι οι πηγές της εποχής αναγράφουν διαφορετικές εκτιμήσεις.

Οι φανατικοί μουσουλμάνοι γκρέμιζαν τις Άγιες Τράπεζες από τους χριστιανικούς ναούς, σκόρπιζαν τα λείψανα των αγίων στους δρόμους και κατέστρεψαν τις εικονογραφίες και τα χειρόγραφα της εποχής. Άλλοι, βέβαια, τα άρπαζαν, γιατί ήξεραν την αξία τους ώστε να τα πουλήσουν αργότερα.

Η σημασία της Άλωσης της Κωνσταντινούπολης ήταν καθοριστικά σημαντική για την ιστορία του τόπου. Από πολύ παλιά έχει θεωρηθεί ορόσημο ανάμεσα στους μέσους και νεότερους χρόνους.

Η χιλιόχρονη Βυζαντινή Αυτοκρατορία είχε καταλυθεί. Καμιάς πολιτείας η πτώση δεν θρηνήθηκε τόσο πολύ όσο της Πόλης του Ελληνισμού, επειδή ως το 1453 είχε παραμείνει το αδούλωτο προπύργιο του Βυζαντινού κράτους. Η αντίσταση των πολιορκουμένων μπροστά στους πολυάριθμους άπιστους για την πατρίδα και τη θρησκεία, έμεινε χαραγμένη στον υπόδουλο Ελληνισμό και δημιούργησε την εθνική συνείδηση στους 4 αιώνες σκλαβιάς.

Στις 2:30 το μεσημέρι η χιλιόχρονη Βυζαντινή Αυτοκρατορία το σύμβολο του Ελληνισμού και Χριστιανισμού, είχε καταλυθεί.